Το πρώτο μάθημα του αναπληρωτή και του νεοδιόριστου: Μπαίνεις στην τάξη με μια τσάντα γεμάτη βιβλία και ένα μυαλό γεμάτο ερωτήματα

Η πρώτη ώρα στο σχολείο δεν είναι μόνο η γνωριμία με τους μαθητές· είναι η στιγμή που ο νέος εκπαιδευτικός προσπαθεί να σταθεί σε έναν άγνωστο χώρο, να κερδίσει την τάξη και ταυτόχρονα να διαχειριστεί τη δική του αγωνία

Υπάρχει μια στιγμή που μένει χαραγμένη στη μνήμη σχεδόν κάθε εκπαιδευτικού.

Είναι η πρώτη φορά που ανοίγει την πόρτα μιας τάξης όχι ως μαθητής, φοιτητής ή παρατηρητής, αλλά ως ο άνθρωπος που καλείται να σταθεί απέναντι σε είκοσι ή είκοσι πέντε παιδιά και να πει:

«Καλημέρα, είμαι ο καθηγητής σας».

Για τον αναπληρωτή και τον νεοδιόριστο εκπαιδευτικό αυτή η στιγμή έχει ιδιαίτερο βάρος.

Πίσω από το χαμόγελο και την προσπάθεια να δείξει σίγουρος και ήρεμος, οι σκέψεις μπορεί να διαδέχονται η μία την άλλη: Θα μπορέσω να τους κερδίσω; Θα με ακούσουν; Θα καταφέρω να θέσω όρια χωρίς να γίνω αυταρχικός; Θα εξηγήσω καλά το μάθημα; Τι θα κάνω αν η τάξη δεν συνεργάζεται; Αν με ρωτήσουν κάτι και δεν ξέρω την απάντηση;

Και πίσω από όλα αυτά υπάρχει ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα:

Θα τα καταφέρω;

Πριν χτυπήσει το κουδούνι

Ο αναπληρωτής δεν φτάνει συνήθως στο πρώτο του μάθημα ξεκούραστος και τακτοποιημένος.

Μπορεί λίγες ημέρες νωρίτερα να έμαθε ότι προσλαμβάνεται σε έναν νομό εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Να έψαχνε βιαστικά δωμάτιο, να τηλεφωνούσε σε μεσίτες και να υπολόγιζε αν ο μισθός επαρκεί για ενοίκιο, καύσιμα και καθημερινά έξοδα.

Μπορεί ακόμη να μένει προσωρινά σε ξενοδοχείο ή σε σπίτι γνωστού, ή να μετακινείται καθημερινά σε μεγάλες αποστάσεις.

Ο νεοδιόριστος, από την άλλη πλευρά, μπορεί να κουβαλά πίσω του χρόνια αναμονής, πίνακες, μόρια, αιτήσεις, μετακινήσεις και αναπληρώσεις μέχρι να φτάσει στον διορισμό.

Όταν, όμως, χτυπήσει το κουδούνι, τίποτε από αυτά δεν φαίνεται.

Μπροστά στους μαθητές υπάρχει απλώς ένας εκπαιδευτικός.

Δεν φαίνεται το άγχος του προηγούμενου βραδιού, οι σημειώσεις που ξαναδιάβασε, το μάθημα που προετοίμασε δύο και τρεις φορές ή η αϋπνία που μπορεί να έφερε η σκέψη ότι την επόμενη ημέρα θα σταθεί για πρώτη φορά απέναντι σε μια πραγματική τάξη.

«Τι κάνω την πρώτη ώρα;»

Εδώ εμφανίζεται ένα από τα πρώτα διλήμματα.

Να ξεκινήσει αμέσως την ύλη; Να συστηθεί; Να αφήσει τους μαθητές να μιλήσουν; Να παρουσιάσει κανόνες; Να δείξει αυστηρός από την αρχή ώστε «να μην του πάρουν τον αέρα»;

Οι συμβουλές που μπορεί να έχει ακούσει είναι πολλές και συχνά αντιφατικές:

«Μη χαμογελάσεις μέχρι τα Χριστούγεννα».

«Δείξε από την πρώτη μέρα ποιος κάνει κουμάντο».

«Να είσαι κοντά στα παιδιά».

«Μην τους δώσεις πολύ θάρρος».

Η τάξη, όμως, δεν κατακτάται με ένα παιδαγωγικό τέχνασμα.

Οι μαθητές αντιλαμβάνονται γρήγορα πότε ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί τους παίζει έναν ρόλο.

Αυτό που χρειάζονται περισσότερο είναι ένας εκπαιδευτικός σταθερός αλλά όχι ψυχρός, διαθέσιμος αλλά όχι χωρίς όρια, απαιτητικός αλλά δίκαιος.

Και, κυρίως, αυθεντικός.

Ο φόβος της δύσκολης τάξης

Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του νέου εκπαιδευτικού είναι η διαχείριση της τάξης.

Τι γίνεται όταν οι μαθητές μιλούν; Όταν κάποιος πετάξει μια ειρωνική ατάκα; Όταν δύο παιδιά αρχίσουν να γελούν; Όταν ο μαθητής στο τελευταίο θρανίο δείξει ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου;

Ο νέος εκπαιδευτικός μπορεί να εκλάβει κάθε τέτοιο περιστατικό ως προσωπική αποτυχία.

Δεν είναι.

Η τάξη είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Οι μαθητές δοκιμάζουν όρια, παρατηρούν αντιδράσεις και προσπαθούν να καταλάβουν τον νέο άνθρωπο που εμφανίστηκε μπροστά τους.

Δεν αναζητούν απαραίτητα κάποιον που θα τους φοβίσει. Αναζητούν πολλές φορές κάποιον που θα τους δείξει ότι ξέρει πού θέλει να πάει.

Η αίσθηση ασφάλειας μέσα στην τάξη διαμορφώνεται όταν οι μαθητές καταλάβουν ότι ο εκπαιδευτικός δεν θυμώνει απρόβλεπτα, δεν ταπεινώνει και δεν ειρωνεύεται, αλλά ταυτόχρονα δεν εγκαταλείπει τα όρια όταν αυτά δοκιμάζονται.

Κι αν δεν ξέρω την απάντηση;

Υπάρχει και ένας φόβος που σπάνια ομολογείται.

Ο νέος εκπαιδευτικός μπορεί να αισθάνεται ότι πρέπει να γνωρίζει τα πάντα.

Έχει σπουδάσει το αντικείμενό του, έχει περάσει εξετάσεις, έχει συγκεντρώσει προσόντα και πιστοποιήσεις και τώρα βρίσκεται μπροστά σε μια τάξη όπου θεωρητικά είναι εκείνος που «ξέρει».

Κάποια στιγμή, όμως, ένας μαθητής θα κάνει μια ερώτηση στην οποία δεν υπάρχει άμεση απάντηση.

Και τότε μπορεί να έρθει η αμηχανία.

Η φράση «δεν είμαι βέβαιος, θα το ψάξω και θα σας απαντήσω» δεν αποδυναμώνει τον εκπαιδευτικό.

Τον κάνει αξιόπιστο.

Γιατί ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που μπορεί να δώσει ένας δάσκαλος είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει τα πάντα και ότι η γνώση δεν είναι επίδειξη βεβαιότητας, αλλά διαδικασία αναζήτησης.

«Με πήγαν καλά;»

Το πρώτο μάθημα τελειώνει.

Χτυπά το κουδούνι. Οι μαθητές σηκώνονται, μαζεύουν βιβλία και τετράδια και βγαίνουν από την αίθουσα.

Ο εκπαιδευτικός μένει για λίγα δευτερόλεπτα μόνος.

Και αρχίζει ο εσωτερικός απολογισμός.

Μίλησα πολύ; Ήμουν υπερβολικά αυστηρός; Μήπως φάνηκα αγχωμένος; Κατάλαβαν όσα είπα; Γιατί εκείνος ο μαθητής δεν συμμετείχε; Μήπως έπρεπε να αντιδράσω διαφορετικά στη φασαρία;

Οι σκέψεις αυτές δεν τελειώνουν εύκολα.

Ειδικά στα πρώτα χρόνια, ο εκπαιδευτικός μπορεί να ξαναπαίζει στο μυαλό του ολόκληρες σκηνές από το μάθημα, στο σπίτι, στο λεωφορείο ή στο αυτοκίνητο.

Είναι ένα από τα λιγότερο ορατά κομμάτια του επαγγέλματος.

Το κουδούνι τελειώνει το μάθημα, αλλά όχι πάντοτε τη σκέψη του εκπαιδευτικού γύρω από αυτό.

Να μη μείνει κανείς πίσω

Μετά τις πρώτες ημέρες εμφανίζεται μια διαφορετική ανησυχία.

Η τάξη δεν είναι ομοιογενής.

Κάποιοι μαθητές καταλαβαίνουν αμέσως. Άλλοι χρειάζονται δεύτερη εξήγηση. Κάποιοι έχουν μαθησιακές δυσκολίες, άλλοι μπορεί να δυσκολεύονται στη γλώσσα και κάποιοι έχουν ήδη σημαντικά κενά από προηγούμενες χρονιές.

Και τότε έρχεται ένα ακόμη δύσκολο ερώτημα:

Πώς προχωράς χωρίς να αφήσεις πίσω εκείνον που δεν πρόλαβε να ακολουθήσει;

Ο νέος εκπαιδευτικός ανακαλύπτει σύντομα ότι το «έκανα την ύλη» και το «έμαθαν οι μαθητές» δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Το πρώτο καταγράφεται εύκολα στο βιβλίο ύλης.

Το δεύτερο απαιτεί παρατήρηση, υπομονή, αλλαγή σχεδίου, επανάληψη και, πολλές φορές, την παραδοχή ότι αυτό που λειτούργησε σε ένα τμήμα δεν λειτουργεί απαραίτητα σε ένα άλλο.

Το άγχος έξω από την αίθουσα

Η αγωνία του αναπληρωτή και του νεοδιόριστου δεν περιορίζεται στην τάξη.

Υπάρχουν η αξιολόγηση, η γραφειοκρατία, οι πλατφόρμες, οι προθεσμίες και οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις που μπορεί να εμφανίζονται ξαφνικά, χωρίς πάντοτε να έχει προηγηθεί εξήγηση για το πώς ακριβώς διεκπεραιώνονται.

Υπάρχει ο φόβος ενός λάθους σε μια διαδικασία που ο νέος εκπαιδευτικός συναντά για πρώτη φορά.

Υπάρχει ακόμη το άγχος της σχέσης με τη διεύθυνση του σχολείου, τους συναδέλφους και τους γονείς.

Και για τον αναπληρωτή υπάρχει μια επιπλέον σκέψη στο βάθος:

Σε λίγους μήνες μπορεί να χρειαστεί να φύγει ξανά.

Να αποχαιρετήσει μαθητές με τους οποίους δημιούργησε σχέση, να μαζέψει τα πράγματά του και τον επόμενο Σεπτέμβριο να ξεκινήσει σε έναν καινούργιο τόπο από την αρχή.

Δεν ζητούν τον τέλειο εκπαιδευτικό

Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο που χρειάζεται να θυμάται κάποιος την πρώτη ημέρα.

Οι μαθητές δεν περιμένουν έναν αλάνθαστο άνθρωπο.

Δεν απαιτούν την τέλεια διάλεξη ούτε την πιο εντυπωσιακή μέθοδο διδασκαλίας.

Θέλουν να καταλάβουν αν ο άνθρωπος απέναντί τους ενδιαφέρεται πραγματικά για αυτούς. Αν θα είναι δίκαιος. Αν θα τους ακούσει. Αν θα τους εξηγήσει ξανά όταν δεν καταλάβουν. Αν θα τους επιτρέψει να κάνουν ένα λάθος χωρίς να τους κάνει να αισθανθούν ανόητοι.

Και, ίσως πάνω απ’ όλα, αν την επόμενη ημέρα που θα μπουν στην τάξη θα ξέρουν περίπου τι άνθρωπο θα συναντήσουν.

Όταν ο φόβος υποχωρεί

Έρχονται οι επόμενες ημέρες.

Τα ονόματα αρχίζουν να αποκτούν πρόσωπα και τα πρόσωπα ιστορίες.

Ο εκπαιδευτικός μαθαίνει ποιος χρειάζεται περισσότερο χρόνο, ποιος φοβάται να μιλήσει, ποιος κρύβει την αμηχανία του πίσω από το χιούμορ και ποιος μπορεί να βοηθήσει τον διπλανό του.

Και οι μαθητές αρχίζουν να μαθαίνουν εκείνον.

Κάπως έτσι η τάξη σταματά να είναι μια άγνωστη αίθουσα και γίνεται ένας μικρός κόσμος.

Ο αναπληρωτής ή ο νεοδιόριστος που την πρώτη ημέρα έμπαινε κρατώντας σφιχτά τις σημειώσεις του, κάποια στιγμή μπαίνει χωρίς να σκέφτεται πια πού θα σταθεί και πώς θα αρχίσει.

Το πρώτο μάθημα που κάποτε προκαλούσε τόσο μεγάλη αγωνία μετατρέπεται σταδιακά σε ανάμνηση.

Ίσως, όμως, δεν πρέπει να ξεχαστεί εντελώς εκείνο το συναίσθημα.

Γιατί ο μικρός φόβος της πρώτης ημέρας κρύβει κάτι σημαντικό: τη συναίσθηση ότι αυτό που συμβαίνει μέσα σε μια σχολική αίθουσα έχει σημασία.

Και ίσως ο εκπαιδευτικός που εξακολουθεί, έστω και λίγο, να αγωνιά πριν μπει σε μια νέα τάξη είναι εκείνος που δεν έχει αρχίσει να βλέπει τους μαθητές ως αριθμούς σε έναν κατάλογο.

Τους βλέπει ως ανθρώπους που του εμπιστεύονται, για μερικές ώρες κάθε εβδομάδα, ένα κομμάτι από τη διαδρομή τους.


Εκπαιδευτικά Νέα