Εχθροί ή σύμμαχοι; Τι χάνει το παιδί όταν σχολείο και γονείς δεν μιλούν την ίδια γλώσσα

Όταν ένας μαθητής παίρνει χαμηλό βαθμό, η πρώτη αντίδραση των ενηλίκων μπορεί να καθορίσει τι θα ακολουθήσει: αναζήτηση της δυσκολίας ή σύγκρουση για την αξιολόγηση; Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας δεν σημαίνει ότι όλοι συμφωνούν πάντα. Σημαίνει ότι μπορούν να διαφωνούν χωρίς να χάνουν από τα μάτια τους το σημαντικότερο: τη μάθηση, την αυτονομία και την πρόοδο του παιδιού.

Ο Νίκος γυρίζει από το σχολείο με 12 στη Φυσική. Η μητέρα του ανησυχεί και θυμώνει. «Ο καθηγητής είναι πολύ αυστηρός», λέει. «Αύριο θα πάω να του μιλήσω».

Την επόμενη ημέρα επισκέπτεται το σχολείο. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον βαθμό: αν ήταν δίκαιος, αν τα θέματα ήταν δύσκολα, αν ο καθηγητής έπρεπε να είναι πιο επιεικής. Εκείνο που δεν συζητείται αρκετά είναι τι ακριβώς δεν κατάλαβε ο Νίκος.

Το περιστατικό είναι υποθετικό, αλλά το δίλημμα είναι πραγματικό. Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται, τι προσπαθούμε πρώτα να αλλάξουμε; Τον βαθμό που πήρε ή τη γνώση που δεν έχει ακόμη κατακτήσει;

Φυσικά, ένας βαθμός μπορεί να είναι άδικος. Ένας καθηγητής μπορεί να κάνει λάθος, να μην εξηγήσει επαρκώς ή να μη λάβει υπόψη του μια ουσιαστική δυσκολία του μαθητή. Ο γονιός έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει εξηγήσεις και, όταν χρειάζεται, επανεξέταση της αξιολόγησης.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο γονιός θα παρέμβει, αλλά με ποιον σκοπό θα παρέμβει: για να προστατεύσει το παιδί από κάθε δυσάρεστο αποτέλεσμα ή για να διασφαλίσει ότι αντιμετωπίζεται δίκαια και μαθαίνει ουσιαστικά;

 

Τι μας λένε οι επιδόσεις των μαθητών

Τα αποτελέσματα της διεθνούς αξιολόγησης PISA 2022 δίνουν έναν λόγο να πάρουμε σοβαρά τη συζήτηση για τη μάθηση. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 53% των 15χρονων μαθητών στην Ελλάδα έφτασε τουλάχιστον στο Επίπεδο 2 επάρκειας στα μαθηματικά. Αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο 47% βρέθηκε κάτω από το συγκεκριμένο βασικό επίπεδο.

Το εύρημα δεν σημαίνει ότι οι μαθητές αυτοί δεν γνωρίζουν καθόλου μαθηματικά. Δείχνει, όμως, ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε βασικές δεξιότητες μαθηματικού συλλογισμού και εφαρμογής γνώσεων σε απλές καταστάσεις.

Η PISA δεν μας επιτρέπει να αποδώσουμε αυτή την εικόνα σε μία αιτία. Οι επιδόσεις επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες: τις μαθησιακές ευκαιρίες, τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, την οργάνωση της διδασκαλίας, την υποστήριξη που λαμβάνουν οι μαθητές και τις ιδιαίτερες ανάγκες τους.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό συμπέρασμα για τη συζήτησή μας: ένας αριθμός δεν αρκεί για να περιγράψει τι γνωρίζει και τι χρειάζεται να μάθει ένα παιδί.

Ο βαθμός μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη. Δεν είναι πλήρης διάγνωση της μάθησης ούτε μέτρο της αξίας του μαθητή.

 

Τι θέλουμε πραγματικά για τα παιδιά μας;

Ας σκεφτούμε το παιδί μας στα 25 του χρόνια. Τι θα θέλαμε να μπορεί να κάνει;

Να διαθέτει γνώσεις και να μπορεί να τις αξιοποιεί. Να αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που δεν έχει ξανασυναντήσει. Να οργανώνει τη δουλειά του χωρίς συνεχή επίβλεψη. Να αναγνωρίζει ένα λάθος και να προσπαθεί να το διορθώσει. Να συνεργάζεται, να ακούει και να αναλαμβάνει ευθύνη.

Αυτές οι ικανότητες δεν αναπτύσσονται μόνο με καλούς βαθμούς. Χτίζονται και μέσα από την προσπάθεια, την ανατροφοδότηση και τη σταδιακή ανάληψη πρωτοβουλιών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφήνουμε ένα παιδί να δυσκολεύεται χωρίς βοήθεια. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην παραγωγική δυσκολία, που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη υποστήριξη, και στη διαρκή απογοήτευση, που αποθαρρύνει τη μάθηση.

Ο στόχος δεν είναι να μάθει το παιδί να αντέχει τα πάντα μόνο του. Είναι να αποκτήσει σταδιακά τα εργαλεία για να προσπαθεί, να ζητά βοήθεια όταν τη χρειάζεται και να γίνεται περισσότερο αυτόνομο.

Ο βαθμός μοιάζει με θερμόμετρο: μας δίνει μια ένδειξη, αλλά δεν εξηγεί από μόνος του την αιτία. Αν η ένδειξη μας ανησυχεί, χρειάζεται να εξετάσουμε τι συμβαίνει, όχι απλώς να επιδιώξουμε να αλλάξει ο αριθμός.

 

Η συνεργασία δεν σημαίνει σιωπηλή συμφωνία

Συχνά μιλάμε για τη συνεργασία σχολείου και οικογένειας σαν να σημαίνει ότι ο γονιός πρέπει να υποστηρίζει κάθε απόφαση του καθηγητή. Δεν είναι έτσι.

Ένας γονιός μπορεί να διαφωνεί με μια αξιολόγηση, με έναν χειρισμό ή με έναν κανόνα. Μπορεί να ζητά διευκρινίσεις, να επισημαίνει αδικίες και να μεταφέρει πληροφορίες για δυσκολίες που το σχολείο δεν γνωρίζει.

Αντίστοιχα, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να ακούει χωρίς να αντιμετωπίζει κάθε ερώτηση ως αμφισβήτηση της επαγγελματικής του επάρκειας.

Η ουσιαστική συνεργασία ξεκινά όταν και οι δύο πλευρές συζητούν συγκεκριμένα:

Τι έχει κατακτήσει ο μαθητής; Πού δυσκολεύεται; Πώς αξιολογήθηκε; Τι υποστήριξη μπορεί να προσφέρει το σχολείο; Τι μπορεί να γίνει στο σπίτι; Πότε θα επανεξετάσουμε την πρόοδό του;

Αν υπάρχει διαφωνία, είναι προτιμότερο να συζητείται με σεβασμό και χωρίς προσωπικές επιθέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κρύβουμε από το παιδί κάθε διαφωνία. Σημαίνει ότι του δείχνουμε πως οι ενήλικοι μπορούν να έχουν διαφορετικές απόψεις και να τις αντιμετωπίζουν υπεύθυνα.

Το παιδί δεν χρειάζεται να διαλέξει στρατόπεδο ανάμεσα στους γονείς και στους καθηγητές του.

 

Τι μπορεί να αλλάξει το σχολείο

Η συνεργασία δεν μπορεί να είναι απαίτηση μόνο προς τους γονείς. Χρειάζεται πρώτα το ίδιο το σχολείο να δημιουργεί συνθήκες εμπιστοσύνης.

Μια ουσιαστική πολιτική επικοινωνίας θα μπορούσε να περιλαμβάνει τακτική ενημέρωση που δεν περιορίζεται στα προβλήματα. Οι γονείς χρειάζεται να ακούν και τι κάνει καλά το παιδί τους, όχι μόνο πού υστερεί.

Επίσης, η ενημέρωση δεν πρέπει να εξαντλείται σε έναν αριθμό. Ένας βαθμός αποκτά μεγαλύτερη χρησιμότητα όταν συνοδεύεται από συγκεκριμένες πληροφορίες: ποιες έννοιες έχουν κατακτηθεί, ποια λάθη επαναλαμβάνονται και ποιο είναι το επόμενο βήμα.

Η έγκαιρη επικοινωνία έχει ιδιαίτερη αξία. Όταν μια δυσκολία εντοπίζεται νωρίς, υπάρχει περισσότερος χρόνος για υποστήριξη και επανεκτίμηση, αντί να γίνεται αντιληπτή λίγο πριν από τις τελικές εξετάσεις.

Το σχολείο μπορεί ακόμη να εξετάσει την οργάνωση σύντομων συναντήσεων ή ενημερωτικού υλικού για ζητήματα που απασχολούν τις οικογένειες: τη σημασία των βαθμών, τη μελέτη στο σπίτι, τη χρήση του κινητού, το άγχος των εξετάσεων και την ενίσχυση της αυτονομίας.

Μια απλή, κοινά συμφωνημένη περιγραφή των ευθυνών του σχολείου, της οικογένειας και του μαθητή θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει. Όχι ως συμβόλαιο επιβολής ή μεταφοράς ευθυνών, αλλά ως πλαίσιο αμοιβαίας κατανόησης.

Οι κανόνες χρειάζεται να είναι σαφείς, γνωστοί και δίκαιοι. Να εφαρμόζονται με συνέπεια, αλλά και με πρόβλεψη για τις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών.

Η συνέπεια δεν είναι σκληρότητα. Και η υποστήριξη δεν είναι επιείκεια χωρίς κριτήρια.

 

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς από σήμερα

Η συμμετοχή των γονέων στη μάθηση δεν απαιτεί να γίνουν καθηγητές στο σπίτι. Συχνά αρχίζει από τον τρόπο με τον οποίο συζητούν με το παιδί τους.

Αλλάξτε την πρώτη ερώτηση. Αντί να ρωτάτε μόνο «Τι βαθμό πήρες;», δοκιμάστε το «Τι έμαθες σήμερα;», «Τι σε δυσκόλεψε;» ή «Τι θα ήθελες να ρωτήσεις τον καθηγητή σου;». Δεν χρειάζεται κάθε καθημερινή συζήτηση να μετατρέπεται σε έλεγχο επίδοσης.

Ζητήστε να καταλάβετε το λάθος. Όταν ένας βαθμός προκαλεί ανησυχία, εξετάστε μαζί με το παιδί ποια ερώτηση δεν μπόρεσε να απαντήσει και γιατί. Αν χρειάζεται, ζητήστε από τον εκπαιδευτικό συγκεκριμένη ανατροφοδότηση.

Μιλήστε με το σχολείο χωρίς να θεωρείτε δεδομένο ποιος έχει δίκιο. Ακούστε την εξήγηση του καθηγητή και παρουσιάστε τη δική σας οπτική. Αν υπάρχει πραγματικό ζήτημα δικαιοσύνης, επιμείνετε στην αντιμετώπισή του με σαφή στοιχεία.

Βοηθήστε το παιδί να οργανώσει τη μελέτη του. Ένας σταθερός χρόνος εργασίας, περιορισμός των περισπασμών και επαρκής ύπνος μπορούν να στηρίξουν τη συγκέντρωση. Οι κανόνες για το κινητό χρειάζεται να είναι κατάλληλοι για την ηλικία και τις ανάγκες του παιδιού και να συμφωνούνται, όσο είναι δυνατόν, μέσα από συζήτηση.

Μη δίνετε αμέσως τη λύση. Όταν το παιδί κολλάει σε μια άσκηση, μπορείτε να ρωτήσετε: «Τι γνωρίζεις ήδη;», «Ποιο είναι το πρώτο βήμα;», «Πού ακριβώς μπερδεύτηκες;». Αν η δυσκολία επιμένει, προσφέρετε περισσότερη βοήθεια ή αναζητήστε υποστήριξη από τον εκπαιδευτικό.

Η αυτονομία δεν αναπτύσσεται όταν εγκαταλείπουμε το παιδί μπροστά στο πρόβλημα. Αναπτύσσεται όταν το βοηθάμε να αναλάβει όλο και μεγαλύτερο μέρος της προσπάθειας.

 

Τι δείχνουν οι έρευνες για τη συμμετοχή των γονέων

Η σημασία της συνεργασίας δεν στηρίζεται μόνο στην καθημερινή εμπειρία.

Σε ανάλυση των δεδομένων της PISA 2022, ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι οι 15χρονοι που επικοινωνούν συχνότερα με τους γονείς τους για την καθημερινότητα και τη μάθησή τους τείνουν να χρησιμοποιούν περισσότερο στρατηγικές επίμονης προσπάθειας, να εμφανίζουν μεγαλύτερη πρωτοβουλία στα μαθηματικά και να αναφέρουν υψηλότερο κίνητρο για μάθηση.

Η υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς συνδέεται επίσης με θετικότερες μαθησιακές συμπεριφορές. Ιδιαίτερη σημασία έχει το εύρημα ότι οι μαθητές με χαμηλότερες επιδόσεις φαίνεται να ωφελούνται περισσότερο από τη συχνή επικοινωνία με τους γονείς και την υποστήριξη των καθηγητών.

Πρόκειται για συσχετίσεις και όχι για απόδειξη ότι μία συγκεκριμένη παρέμβαση θα βελτιώσει αυτομάτως τους βαθμούς κάθε παιδιού.

Το συμπέρασμα είναι πιο ουσιαστικό: η παρουσία του γονέα δεν χρειάζεται να παίρνει τη μορφή πίεσης ή συνεχούς ελέγχου. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από ενδιαφέρον, συζήτηση, ενθάρρυνση και ουσιαστική συνεργασία με το σχολείο.

 

Στην ίδια πλευρά

Ας επιστρέψουμε στον Νίκο και στο 12 της Φυσικής.

Αυτή τη φορά η μητέρα του δεν πηγαίνει στο σχολείο με μοναδικό ερώτημα γιατί ο βαθμός ήταν χαμηλός. Ρωτά πώς αξιολογήθηκε το γραπτό, τι δυσκόλεψε το παιδί και πώς μπορεί να υποστηριχθεί.

Ο καθηγητής δείχνει συγκεκριμένα λάθη. Ο Νίκος, για παράδειγμα, συγχέει την ταχύτητα με την επιτάχυνση. Αντί να περιοριστούν στην επανάληψη τύπων, συζητούν την έννοια μέσα από παραδείγματα και οργανώνουν μερικές στοχευμένες ασκήσεις.

Στην επόμενη αξιολόγηση ο Νίκος μπορεί να τα πάει καλύτερα. Μπορεί και να χρειαστεί περισσότερο χρόνο. Η πρόοδος δεν είναι πάντα άμεση ούτε αποτυπώνεται πάντοτε σε έναν υψηλότερο βαθμό.

Το ουσιαστικό είναι ότι τώρα γνωρίζει καλύτερα πού δυσκολεύεται, τι μπορεί να κάνει και από ποιους μπορεί να ζητήσει βοήθεια.

Αυτό είναι το νόημα της συνεργασίας.

Όχι ένα σχολείο που φοβάται τους γονείς. Ούτε γονείς που φοβούνται ή αποφεύγουν το σχολείο. Αλλά δύο πλευρές που μπορούν να συζητούν, να διαφωνούν και να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους χωρίς να μετατρέπουν το παιδί σε πεδίο αντιπαράθεσης.

Το παιδί δεν χρειάζεται όλοι οι ενήλικοι να λένε πάντα το ίδιο. Χρειάζεται να βλέπει ότι, ακόμη κι όταν διαφωνούν, ενδιαφέρονται για τη μάθηση, τη δικαιοσύνη και την πρόοδό του.

Γιώργος Βαλαβανίδης

Καθηγητής φυσικής, απόφοιτος Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακό στη Διδακτική των Φυσικών Επιστημών και ιδιοκτήτης φροντιστηρίων μέσης εκπαίδευσης.