Οι τάξεις έχουν αρχίσει να πνίγονται σε φόρμες, σχέδια δράσης, αναρτήσεις, δείκτες, αποτιμήσεις, θεματικές ημέρες και υποχρεωτικές παρεμβάσεις, ενώ ο πραγματικός χρόνος της διδασκαλίας μικραίνει και ο εκπαιδευτικός καλείται διαρκώς να αποδεικνύει ότι εργάζεται αντί να του επιτρέπεται απλώς να κάνει καλά τη δουλειά του
Υπάρχουν στιγμές στη σημερινή σχολική πραγματικότητα που ο εκπαιδευτικός αισθάνεται σχεδόν ότι πρέπει να απολογηθεί επειδή θέλει να κάνει κάτι τόσο παλιό, τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο ουσιώδες: να μπει στην τάξη και να κάνει μάθημα.
Να ανοίξει το βιβλίο. Να εξηγήσει ένα δύσκολο σημείο. Να σταθεί περισσότερο σε μια έννοια που δεν έγινε κατανοητή. Να ακούσει τις απορίες των μαθητών. Να αφήσει μια συζήτηση να διαρκέσει λίγο περισσότερο επειδή προέκυψε ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Να αλλάξει τον αρχικό σχεδιασμό επειδή αντιλήφθηκε ότι η τάξη χρειάζεται κάτι διαφορετικό.
Να διδάξει, δηλαδή.
Κι όμως, αυτό το αυτονόητο γίνεται ολοένα δυσκολότερο. Γύρω από τη σχολική τάξη έχει οικοδομηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν από πλατφόρμες, καταγραφές, δείκτες, σχέδια δράσης, αποτιμήσεις, αξιολογήσεις, προγράμματα, θεματικές εβδομάδες, παγκόσμιες και ευρωπαϊκές ημέρες και κάθε είδους υποχρεωτικές παρεμβάσεις.
Καθεμία από αυτές μπορεί ξεχωριστά να έχει τη λογική και τη χρησιμότητά της. Όταν, όμως, όλες μαζί στοιβάζονται πάνω σε ένα ήδη ασφυκτικό σχολικό πρόγραμμα, το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό: αφαιρούν χρόνο, ενέργεια και προσοχή από τον πυρήνα της σχολικής ζωής.
Κάπου λοιπόν πρέπει να ειπωθεί καθαρά:
Αφήστε μας να κάνουμε μάθημα.
Η τάξη δεν είναι dashboard
Τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί στην εκπαίδευση μια γλώσσα που θυμίζει όλο και περισσότερο διοίκηση οργανισμών και διαχείριση δεδομένων και όλο και λιγότερο παιδαγωγική.
«Δείκτες», «στόχοι», «παραδοτέα», «καλές πρακτικές», «αποτίμηση», «τεκμηρίωση», «διάχυση», «ποσοτικά αποτελέσματα», «ποιοτικά αποτελέσματα», «ανατροφοδότηση».
Όλες αυτές οι έννοιες μπορούν να έχουν θέση σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν από εργαλεία υποστήριξης μετατρέπονται σε κέντρο της σχολικής λειτουργίας.
Τότε δεν αρκεί πλέον ο εκπαιδευτικός να κάνει καλά τη δουλειά του. Πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει, να τεκμηριώνει και να καταγράφει ότι την έκανε.
Δεν αρκεί να βελτιωθεί ένας μαθητής. Πρέπει η βελτίωση να καταγραφεί.
Δεν αρκεί να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση στην τάξη. Πρέπει να ενταχθεί σε κάποιο σχέδιο.
Δεν αρκεί μια δράση να έχει νόημα για τους μαθητές. Πρέπει να φωτογραφηθεί, να αναρτηθεί, να περιγραφεί, να αποτιμηθεί και να καταχωριστεί στην κατάλληλη πλατφόρμα.
Και κάπως έτσι το σχολείο κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα τεράστιο dashboard παραγωγικότητας: τα κουτάκια συμπληρώθηκαν, οι δείκτες εμφανίζονται, τα παραδοτέα υπάρχουν, αλλά μένει λιγότερος χρόνος για το βασικό ερώτημα.
Έμαθαν τα παιδιά;
Κάθε μέρα και μια «Ημέρα»
Το ίδιο συμβαίνει με το σχολικό ημερολόγιο.
Ημέρα Περιβάλλοντος. Ημέρα Αθλητισμού. Ημέρα κατά του Σχολικού Εκφοβισμού. Ημέρα Ασφαλούς Διαδικτύου. Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ημέρα Διατροφής. Ημέρα Φιλαναγνωσίας. Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Ημέρα Αναπηρίας. Ημέρα Νερού. Ημέρα Δάσους.
Κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι τα θέματα αυτά δεν είναι σημαντικά. Ακριβώς όμως επειδή είναι σημαντικά, θα έπρεπε να ενσωματώνονται οργανικά στη διδασκαλία και στη συνολική ζωή του σχολείου και όχι να αντιμετωπίζονται ως ακόμη μία ημερολογιακή υποχρέωση που πρέπει να «βγει».
Η περιβαλλοντική συνείδηση δεν καλλιεργείται επειδή μια μέρα φτιάξαμε αφίσες για το κλίμα.
Η φιλαναγνωσία δεν γεννιέται επειδή μία φορά τον χρόνο φωτογραφηθήκαμε κρατώντας βιβλία.
Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα δεν διδάσκεται με μία παρουσίαση.
Η δημοκρατική συνείδηση δεν οικοδομείται μέσα σε μία θεματική ώρα.
Όλα αυτά αποκτούν ουσία όταν βρίσκονται καθημερινά στη στάση του σχολείου, στα κείμενα που διαβάζονται, στις συζητήσεις που ανοίγουν, στις σχέσεις που καλλιεργούνται και στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η τάξη.
Το κανονικό μάθημα ως πολυτέλεια
Το παράδοξο είναι ότι μια πλήρης, αδιάσπαστη διδακτική ώρα αρχίζει να μοιάζει σχεδόν με πολυτέλεια.
Μια ώρα στην οποία ο φιλόλογος θα μπορέσει πραγματικά να διαβάσει ένα λογοτεχνικό κείμενο με τους μαθητές του.
Ο μαθηματικός να σταθεί περισσότερο σε μια άσκηση επειδή βλέπει ότι η τάξη δυσκολεύεται.
Ο φυσικός να εξηγήσει ένα φαινόμενο πέρα από τη στενή λογική ενός τύπου που πρέπει να απομνημονευθεί.
Ο δάσκαλος να επιστρέψει σε μια ενότητα που δεν κατακτήθηκε χωρίς να αισθάνεται ότι «χάνει χρόνο» από κάποια άλλη προβλεπόμενη δράση.
Αυτή ακριβώς η ώρα είναι η ουσία του σχολείου.
Εκεί δημιουργείται η πραγματική μαθησιακή σχέση. Εκεί ο εκπαιδευτικός «διαβάζει» την τάξη, αλλάζει ρυθμό, αντιλαμβάνεται ποιος δυσκολεύεται, ποιος βαριέται, ποιος θέλει να ρωτήσει και ποιος μόλις άρχισε να καταλαβαίνει.
Ο χρόνος δεν είναι ανεξάντλητος
Κάθε νέα υποχρέωση παρουσιάζεται συνήθως ως κάτι μικρό.
«Μια ώρα μόνο».
«Μια σύντομη δράση».
«Μια μικρή παρέμβαση».
Το πρόβλημα είναι ότι όλες αυτές οι μικρές απαιτήσεις προστίθενται η μία στην άλλη.
Η σχολική χρονιά, όμως, δεν μεγαλώνει.
Η ύλη δεν μειώνεται αντίστοιχα.
Οι μαθησιακές δυσκολίες δεν εξαφανίζονται.
Οι εξετάσεις παραμένουν.
Και τα παιδιά που χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να κατανοήσουν κάτι εξακολουθούν να χρειάζονται αυτόν τον χρόνο.
Ο εκπαιδευτικός βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια αντίφαση: καλείται να ολοκληρώσει την ύλη, να πετύχει τους μαθησιακούς στόχους, να προετοιμάσει τους μαθητές για τις εξετάσεις και να αντιμετωπίσει τις πραγματικές δυσκολίες της τάξης, ενώ ταυτόχρονα αφαιρεί χρόνο από τη διδασκαλία για να ανταποκριθεί σε δράσεις, καταγραφές και διοικητικές απαιτήσεις.
Και στο τέλος θα αξιολογηθεί για το αν πέτυχε τους στόχους.
Όσα δεν χωρούν σε δείκτες
Υπάρχει και ένα βαθύτερο ζήτημα. Πολλά από όσα έχουν πραγματικά μεγάλη παιδαγωγική αξία είναι ακριβώς εκείνα που μετρώνται δυσκολότερα.
Πώς καταγράφεται σε έναν δείκτη ότι ένας μαθητής που φοβόταν να μιλήσει άρχισε να σηκώνει το χέρι του;
Σε ποια πλατφόρμα δηλώνεται ότι ένα παιδί που δεν διάβαζε ποτέ τελείωσε το πρώτο του βιβλίο και ζήτησε άλλο ένα;
Ποιο κουτάκι συμπληρώνεται όταν μια δύσκολη τάξη έμαθε σταδιακά να συζητά χωρίς να φωνάζει;
Πώς αποτυπώνεται το γεγονός ότι ένας αδιάφορος μαθητής άρχισε να ενδιαφέρεται ή ότι ένα παιδί κατάλαβε επιτέλους μια έννοια που επί μήνες το δυσκόλευε;
Αυτές είναι πραγματικές παιδαγωγικές νίκες. Και επειδή δεν μετατρέπονται εύκολα σε πίνακες και γραφήματα, υπάρχει ο κίνδυνος ένα σύστημα που αγαπά υπερβολικά τα δεδομένα να τις υποτιμήσει.
Ο εκπαιδευτικός δεν είναι υπάλληλος καταχώρισης
Το έργο του εκπαιδευτικού είναι ήδη σύνθετο.
Προετοιμάζει το μάθημα, διορθώνει εργασίες και γραπτά, αξιολογεί, επικοινωνεί με γονείς, συμμετέχει σε συνεδριάσεις, συνεργάζεται με συναδέλφους, αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες, διαχειρίζεται συγκρούσεις, στηρίζει παιδιά με οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα, οργανώνει δράσεις και εκδρομές και αναλαμβάνει διοικητικές υποχρεώσεις.
Όταν πάνω σε όλα αυτά προστίθεται μια διαρκής αλυσίδα από αναφορές, φόρμες, πλατφόρμες, τεκμηριώσεις και καταγραφές, το αποτέλεσμα δεν είναι αυτομάτως καλύτερη εκπαίδευση.
Μπορεί να είναι απλώς ένας περισσότερο κουρασμένος εκπαιδευτικός, ο οποίος αφιερώνει λιγότερο χρόνο στην προετοιμασία του μαθήματος επειδή πρέπει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην απόδειξη ότι εργάζεται.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις αυτής της λογικής:
Ζητά καλύτερο μάθημα, αλλά αφαιρεί χρόνο από εκείνον που πρέπει να το προετοιμάσει.
Η αξιολόγηση ως εργαλείο
Το αίτημα «αφήστε μας να κάνουμε μάθημα» δεν σημαίνει σχολείο χωρίς έλεγχο, χωρίς αναστοχασμό και χωρίς διαδικασίες βελτίωσης.
Δεν σημαίνει ότι κάθε εκπαιδευτική πρακτική είναι σωστή ή ότι ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να λογοδοτεί για τη δουλειά του.
Σημαίνει ότι η αξιολόγηση πρέπει να υπηρετεί το σχολείο και όχι να το καταπίνει.
Να αποτελεί εργαλείο υποστήριξης και βελτίωσης και όχι έναν αυτόνομο μηχανισμό που απαιτεί ολοένα περισσότερα δεδομένα, έντυπα, διαδικασίες και χρόνο από τη διδασκαλία που υποτίθεται ότι θέλει να βελτιώσει.
Όταν περνάμε περισσότερο χρόνο καταγράφοντας τι κάναμε παρά σχεδιάζοντας τι θα κάνουμε αύριο στην τάξη, η ισορροπία έχει χαθεί.
Όταν η φωτογραφία μιας δράσης, η ανάρτηση και η τεκμηρίωσή της αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από το τι πραγματικά κατάλαβαν οι μαθητές, τότε αρχίζουμε να συγχέουμε την εικόνα του σχολείου με την ουσία του.
Λιγότερες πλατφόρμες, περισσότερο σχολείο
Το δημόσιο σχολείο δεν έχει ανάγκη μόνο από ακόμη μία πλατφόρμα ή ακόμη έναν δείκτη.
Έχει ανάγκη από χρόνο.
Από μικρότερα τμήματα, σταθερό προσωπικό από την πρώτη ημέρα, ειδική αγωγή, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, εργαστήρια και βιβλιοθήκες.
Έχει ανάγκη από εκπαιδευτικούς που μπορούν να διαβάζουν, να προετοιμάζονται, να συνεργάζονται και να σχεδιάζουν το μάθημά τους χωρίς να αισθάνονται ότι κάθε εβδομάδα πρέπει να αποδεικνύουν σε ένα ηλεκτρονικό σύστημα ότι υπάρχουν και εργάζονται.
Και, κυρίως, έχει ανάγκη από εμπιστοσύνη στη διδασκαλία και στον εκπαιδευτικό.
Γιατί η εκπαίδευση δεν βελτιώνεται πάντα προσθέτοντας κάτι ακόμη.
Μερικές φορές βελτιώνεται αφαιρώντας ό,τι την εμποδίζει.
Λιγότερες φόρμες. Λιγότερες υποχρεωτικές δράσεις. Λιγότερα κουτάκια. Λιγότερη επίδειξη αποτελεσματικότητας.
Περισσότερο μάθημα. Περισσότερη συζήτηση. Περισσότερο βιβλίο. Περισσότερη σκέψη. Περισσότερος πραγματικός χρόνος με τα παιδιά.
Αφήστε την τάξη να ξαναγίνει τάξη
Μια τάξη πνιγμένη στα δεδομένα μπορεί εξωτερικά να φαίνεται υποδειγματικά οργανωμένη. Μπορεί να διαθέτει στόχους, δείκτες, αναλύσεις, πίνακες, αποτιμήσεις, σχέδια δράσης και εντυπωσιακές παρουσιάσεις.
Τίποτε από αυτά, όμως, δεν εγγυάται από μόνο του ότι μέσα σε αυτή την τάξη υπάρχει ζωντανή μάθηση.
Η πραγματική τάξη έχει αβεβαιότητα. Έχει ερωτήσεις που δεν είχαν προβλεφθεί. Έχει λάθη. Έχει παρεκκλίσεις από το σχέδιο. Έχει στιγμές κατά τις οποίες ο εκπαιδευτικός εγκαταλείπει τον αρχικό προγραμματισμό επειδή εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξε μπροστά στους μαθητές ένα πραγματικό παράθυρο γνώσης.
Έχει ακόμη και χρόνο που από τη σκοπιά ενός διαχειριστικού συστήματος μπορεί να φαίνεται «μη παραγωγικός», αλλά μέσα σε αυτόν οικοδομούνται σχέσεις, ωριμάζουν ιδέες και γεννιούνται ερωτήσεις.
Αυτό είναι το σχολείο που πρέπει να προστατευθεί, πριν φτάσουμε στο σημείο να έχουμε άψογα συμπληρωμένες πλατφόρμες, εξαιρετικά γραφήματα, δεκάδες δείκτες, εκατοντάδες δράσεις και μια τάξη που δεν πρόλαβε ποτέ να κάνει πραγματικό μάθημα.
Το αίτημα, λοιπόν, δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκο:
Φτάνουν πια οι πλατφόρμες, οι δείκτες, οι φόρμες και οι ατελείωτες «ημέρες για το τάδε και το δείνα».
Αφήστε μας να κάνουμε μάθημα.
Γιατί αν, στην προσπάθεια να μετρήσουμε τα πάντα, αφαιρέσουμε από τον εκπαιδευτικό τον χρόνο, την ελευθερία και την ενέργεια που χρειάζεται για να διδάξει, μπορεί στο τέλος να έχουμε συγκεντρώσει αμέτρητα δεδομένα για το σχολείο, αλλά να έχουμε χάσει το ίδιο το σχολείο.




