Συμπληρωματική φάση αποσπάσεων εκπαιδευτικών για διοικητικό έργο το σχολικό έτος 2026-2027 ζητά η ΠΟΕ ΥΠΑΙΘΑ, επαναφέροντας το ζήτημα της υποστελέχωσης των Περιφερειακών Υπηρεσιών Εκπαίδευσης.
Με επιστολή της προς την υπουργό Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, η Ομοσπονδία Εργαζομένων ΥΠΑΙΘΑ ζητά την άμεση ενίσχυση των υπηρεσιών, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα αποσπάσεις εκπαιδευτικών δεν ανταποκρίνονται στα κενά και στις πραγματικές λειτουργικές ανάγκες.
Η ΠΟΕ ΥΠΑΙΘΑ θέτει παράλληλα το ζήτημα της μόνιμης στελέχωσης, ζητώντας διαγωνισμό ΑΣΕΠ για διορισμό διοικητικών υπαλλήλων, αξιοποίηση του ΕΣΚ με δυνατότητα μετάταξης εκπαιδευτικών σε διοικητικές θέσεις και επαρκή αριθμό αποσπάσεων έως ότου καλυφθούν μόνιμα οι οργανικές θέσεις.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ρεθύμνου, την οποία επικαλείται η Ομοσπονδία. Σύμφωνα με την επιστολή, η υπηρεσία διαθέτει μόλις 8 διοικητικούς υπαλλήλους για 22 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις και έχει ζητήσει την άμεση ενίσχυσή της μέσω αποσπάσεων εκπαιδευτικών για διοικητικό έργο, παράλληλα με την οριστική στελέχωσή της με μόνιμο διοικητικό προσωπικό.
Ανάλογες ανάγκες, όπως αναφέρεται, καταγράφονται και σε άλλες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων η ΔΠΕ Ζακύνθου και η ΔΔΕ Δωδεκανήσου.
Οι αποσπάσεις και οι μετατάξεις
Η ΠΟΕ ΥΠΑΙΘΑ χαρακτηρίζει περιορισμένες τις αποσπάσεις εκπαιδευτικών που πραγματοποιήθηκαν για την παροχή διοικητικού έργου στις Περιφερειακές Υπηρεσίες Εκπαίδευσης και εκτιμά ότι είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις κενές οργανικές θέσεις και τις πραγματικές ανάγκες.
Παράλληλα, αναφέρει ότι η διαδικασία μετάταξης εκπαιδευτικών που βρίσκονταν σε απόσπαση επί πέντε χρόνια δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς ο αριθμός των μετατάξεων ήταν, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, σχεδόν μηδαμινός σε σύγκριση με τις ανάγκες των υπηρεσιών.
Προβλήματα εντοπίζει και στην εφαρμογή του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας. Όπως υποστηρίζει, μετά τον αποκλεισμό των εκπαιδευτικών από το πεδίο εφαρμογής του, το ενδιαφέρον είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Ταυτόχρονα, τα αυστηρά κριτήρια αποδέσμευσης που θέτουν οι φορείς προέλευσης για τους λίγους υποψηφίους δυσχεραίνουν περαιτέρω την κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων.
Πίεση στις υπηρεσίες
Η κατάσταση επιβαρύνεται, σύμφωνα με την επιστολή, από τους περιορισμένους διορισμούς διοικητικών υπαλλήλων, τις αποχωρήσεις μέσω μετατάξεων και τις επικείμενες συνταξιοδοτήσεις.
Η ΠΟΕ ΥΠΑΙΘΑ υποστηρίζει ότι πολλές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης οδηγούνται έτσι σε αδιέξοδο, ενώ οι εργαζόμενοι που παραμένουν στις υπηρεσίες καλούνται να διαχειριστούν δυσανάλογο και συνεχώς αυξανόμενο όγκο εργασίας, πολλές φορές μέσα σε ιδιαίτερα πιεστικά χρονικά περιθώρια.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ομοσπονδία επισημαίνει και τις νέες αρμοδιότητες που πρόκειται να αναλάβουν οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από την 1η Ιανουαρίου 2027. Πρόκειται, όπως αναφέρει, για σύνθετες και απαιτητικές αρμοδιότητες που αφορούν τη διαχείριση των κτιριολογικών και λειτουργικών δαπανών, χωρίς οι υπηρεσίες να διαθέτουν την κατάλληλη οργανωτική δομή και το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό.
Τα τέσσερα αιτήματα της ΠΟΕ ΥΠΑΙΘΑ
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η Ομοσπονδία ζητά από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου να προχωρήσει σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Πρώτον, ζητά τη διεξαγωγή διαγωνισμού ΑΣΕΠ για τον διορισμό μόνιμων διοικητικών υπαλλήλων, με στόχο την οριστική διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας κάθε υπηρεσίας.
Δεύτερον, προτείνει την αξιοποίηση του ΕΣΚ με δυνατότητα μετάταξης εκπαιδευτικών σε διοικητικές θέσεις των υπηρεσιών του ΥΠΑΙΘΑ και με προτεραιότητα σε όσους διαθέτουν ήδη εμπειρία σε διοικητικά θέματα των συγκεκριμένων υπηρεσιών.
Τρίτον, ζητά να υπάρξει μέριμνα για επαρκή αριθμό αποσπάσεων εκπαιδευτικών για διοικητικό έργο, με βάση τις κενές οργανικές θέσεις και τις πραγματικές ανάγκες κάθε υπηρεσίας, μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης και μόνιμη στελέχωσή τους.
Τέταρτον, ζητά συμπληρωματική φάση αποσπάσεων εκπαιδευτικών για παροχή διοικητικού έργου για το σχολικό έτος 2026-2027.
Η ΠΟΕ ΥΠΑΙΘΑ χαρακτηρίζει επιτακτική την ανάγκη μόνιμης στελέχωσης των υπηρεσιών και υπογραμμίζει ότι για την αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτούνται «συντονισμός, σχέδιο και —πρωτίστως— πολιτική βούληση».




