Το PISA 2025 αποτυπώνει ξανά το ερώτημα που βρίσκεται στο κέντρο της διεθνούς εκπαιδευτικής συζήτησης: όχι μόνο τι γνωρίζουν οι μαθητές, αλλά κατά πόσο μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους σε πραγματικές, σύνθετες ή άγνωστες καταστάσεις.
Η διεθνής αξιολόγηση του ΟΟΣΑ δεν λειτουργεί ως διαγωνισμός μεμονωμένων μαθητών. Είναι μια μεγάλης κλίμακας έρευνα, η οποία συγκρίνει εκπαιδευτικά συστήματα και εξετάζει σε ποιο βαθμό οι 15χρονοι είναι προετοιμασμένοι για τις απαιτήσεις της πραγματικής ζωής.
Τα αποτελέσματα του PISA 2025 δημοσιεύθηκαν στις 8 Σεπτεμβρίου 2026. Στην έρευνα συμμετείχαν περισσότεροι από 760.000 μαθητές από 91 χώρες και οικονομίες, εκπροσωπώντας περίπου 33 εκατομμύρια 15χρονους μαθητές παγκοσμίως.
Τι είναι το PISA
Το PISA είναι το Programme for International Student Assessment, δηλαδή το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών του ΟΟΣΑ.
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται συνήθως κάθε τρία χρόνια και δεν εξετάζει κυρίως την απομνημόνευση σχολικής θεωρίας. Το βασικό της ερώτημα είναι αν ο μαθητής μπορεί να εφαρμόσει όσα γνωρίζει, να σκεφτεί κριτικά και να αιτιολογήσει την απάντησή του.
Στο επίκεντρο βρίσκονται δεξιότητες όπως η κατανόηση σύνθετων κειμένων, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας μιας πληροφορίας, η διάκριση γεγονότος και άποψης, η ερμηνεία δεδομένων και διαγραμμάτων, η χρήση των Μαθηματικών σε καθημερινές καταστάσεις και η αξιολόγηση επιστημονικών επιχειρημάτων.
Το PISA εξετάζει επίσης την ικανότητα των μαθητών να επιλέγουν κατάλληλη στρατηγική επίλυσης, να αντιμετωπίζουν προβλήματα που δεν έχουν ξαναδεί και να χρησιμοποιούν ψηφιακά εργαλεία με κριτικό τρόπο.
Τα πεδία της αξιολόγησης
Τα βασικά πεδία του PISA 2025 είναι οι Φυσικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και η Κατανόηση Κειμένου. Παράλληλα, εξετάζεται το πεδίο Learning in the Digital World, δηλαδή η Μάθηση στον Ψηφιακό Κόσμο, καθώς και στοιχεία του μαθησιακού περιβάλλοντος μέσα από ερωτηματολόγια.
Στις Φυσικές Επιστήμες αξιολογούνται η ερμηνεία φαινομένων, η αξιολόγηση αποδείξεων, η ανάλυση δεδομένων και ο επιστημονικός συλλογισμός. Στα Μαθηματικά εξετάζεται η μετατροπή πραγματικών καταστάσεων σε μαθηματικά προβλήματα και η επιλογή κατάλληλης στρατηγικής. Στην Κατανόηση Κειμένου αξιολογούνται ο εντοπισμός νοήματος, η σύνδεση πληροφοριών, η αξιολόγηση πηγών και η διάκριση γεγονότος–άποψης.
Το ψηφιακό πεδίο περιλαμβάνει την υπολογιστική επίλυση προβλημάτων και την ικανότητα του μαθητή να κατευθύνει και να ρυθμίζει μόνος του τη μάθησή του σε ψηφιακό περιβάλλον. Η βαθμολογία 461 μονάδων για την Ελλάδα, έναντι 500 του ΟΟΣΑ, αφορά ειδικότερα την κλίμακα computational problem solving. Τα αναλυτικά αποτελέσματα για την αυτορρυθμιζόμενη μάθηση στο ψηφιακό περιβάλλον πρόκειται να δημοσιευθούν το 2027.
Πώς γίνεται η εξέταση
Οι μαθητές που συμμετέχουν είναι ηλικίας από 15 ετών και 3 μηνών έως 16 ετών και 2 μηνών και έχουν ολοκληρώσει τουλάχιστον έξι χρόνια επίσημης εκπαίδευσης. Επιλέγονται με επιστημονική δειγματοληψία και συμμετέχουν σε ψηφιακή εξέταση διάρκειας περίπου δύο ωρών.
Δεν λαμβάνουν όλοι οι μαθητές ακριβώς τις ίδιες ερωτήσεις. Εξετάζονται σε δύο διαφορετικά αντικείμενα και απαντούν τόσο σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής όσο και σε ερωτήσεις ανάπτυξης.
Μετά την εξέταση συμπληρώνουν ερωτηματολόγιο περίπου 35 λεπτών για την οικογένεια, το σχολικό περιβάλλον, τη σχέση με τους εκπαιδευτικούς, τη χρήση ψηφιακών συσκευών και AI, καθώς και τις στάσεις, τα κίνητρα και τις μαθησιακές τους συνήθειες. Ερωτηματολόγιο συμπληρώνουν και οι διευθυντές των σχολείων.
Οι υψηλότερες και χαμηλότερες επιδόσεις
Οι δύο ισχυρότερες συνολικές επιδόσεις προήλθαν από τις κινεζικές περιφέρειες Πεκίνο, Σαγκάη, Τζιανγκσού και Τσετσιάνγκ — B-S-J-Z (China) — και από τη Σιγκαπούρη.
Στις Φυσικές Επιστήμες, η υψηλότερη επίδοση ήταν των B-S-J-Z Κίνας με 597 μονάδες, ενώ ακολούθησε η Σιγκαπούρη με 560. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 482. Στα Μαθηματικά, οι B-S-J-Z Κίνας έφτασαν τις 612 μονάδες και η Σιγκαπούρη τις 563, με μέσο όρο ΟΟΣΑ τις 463. Στην Κατανόηση Κειμένου, η Σιγκαπούρη είχε 535 μονάδες και οι B-S-J-Z Κίνας 527, με μέσο όρο ΟΟΣΑ τις 461.
Η επίδοση B-S-J-Z δεν αντιπροσωπεύει ολόκληρη την Κίνα. Αφορά τέσσερις ιδιαίτερα ανεπτυγμένες κινεζικές περιφέρειες, γεγονός που απαιτεί προσοχή όταν συγκρίνεται με ολόκληρα κράτη.
Στον αντίποδα, στις Φυσικές Επιστήμες οι χαμηλότερες μέσες επιδόσεις καταγράφηκαν σε χώρες και περιοχές όπως η Ρουάντα, το Ντουσάνμπε του Τατζικιστάν, η Κένυα, η Ζάμπια, η Γουατεμάλα, η Κουρδική Περιφέρεια του Ιράκ, η Παραγουάη, το Κόσοβο, το Μαρόκο, η Παλαιστινιακή Αρχή, η Δομινικανή Δημοκρατία και το Κιργιστάν.
Η απόσταση ανάμεσα στην υψηλότερη και τη χαμηλότερη επίδοση ήταν 280 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, 301 στα Μαθηματικά και 234 στην Κατανόηση Κειμένου. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι περίπου 20 μονάδες μπορούν, σε ορισμένα πλαίσια, να χρησιμοποιηθούν ως πολύ προσεκτική προσέγγιση ενός σχολικού έτους μάθησης. Προειδοποιεί όμως ότι οι διαφορές μεταξύ χωρών δεν πρέπει να μετατρέπονται μηχανικά σε «χρόνια σχολείου».
Η εικόνα της Ελλάδας
Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, αντιπροσωπεύοντας περίπου 101.800 15χρονους, δηλαδή περίπου το 95% του συνολικού πληθυσμού αυτής της ηλικίας. Τα ελληνικά δεδομένα πληρούσαν τα πρότυπα ποιότητας του PISA και κρίθηκαν κατάλληλα για δημοσίευση.
Οι μέσες επιδόσεις της Ελλάδας ήταν κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τέσσερα πεδία που αναφέρονται στα στοιχεία. Στις Φυσικές Επιστήμες η Ελλάδα σημείωσε 434 μονάδες έναντι 482 του ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά είχε 424 μονάδες έναντι 463. Στην Κατανόηση Κειμένου είχε 423 μονάδες έναντι 461. Στην υπολογιστική επίλυση προβλημάτων είχε 461 μονάδες έναντι 500.
Το βασικό επίπεδο επιδόσεων κατακτήθηκε από το 59% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, από το 50% στα Μαθηματικά και από το 56% στην Κατανόηση Κειμένου. Αντίστοιχα, 41% δεν έφτασε στο βασικό επίπεδο στις Φυσικές Επιστήμες, 50% στα Μαθηματικά και 44% στην Κατανόηση Κειμένου.
Το βασικό επίπεδο δεν αντιστοιχεί στην πλήρη κατάκτηση της ύλης. Αντιπροσωπεύει τις ελάχιστες λειτουργικές δεξιότητες που απαιτούνται ώστε ο μαθητής να χρησιμοποιεί τη γνώση σε σχετικά απλές πραγματικές καταστάσεις.
Στα ανώτερα επίπεδα, η Ελλάδα κατέγραψε 1% στις Φυσικές Επιστήμες έναντι 7% στον ΟΟΣΑ, 2% στα Μαθηματικά έναντι 8% και 1% στην Κατανόηση Κειμένου έναντι 6%.
Σταθεροποίηση ή συνέχιση της πτώσης;
Η εικόνα της Ελλάδας μεταξύ 2022 και 2025 χρειάζεται προσεκτική διατύπωση.
Στα Μαθηματικά η επίδοση μειώθηκε κατά περίπου 6 μονάδες, αλλά η μεταβολή δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Στις Φυσικές Επιστήμες παρέμεινε επίσης στατιστικά περίπου σταθερή. Αντίθετα, στην Κατανόηση Κειμένου η επίδοση μειώθηκε κατά περίπου 16 μονάδες και ήταν χαμηλότερη από το 2022.
Έτσι, η ακριβέστερη διατύπωση είναι ότι η Ελλάδα παρουσίασε σχετική σταθεροποίηση στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες μεταξύ 2022 και 2025, αλλά όχι στην Κατανόηση Κειμένου, όπου συνεχίστηκε η πτώση.
Δεν είναι ακριβές να ειπωθεί ότι «σταμάτησε συνολικά η πτωτική πορεία». Επιπλέον, οι επιδόσεις της Ελλάδας στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες παρέμειναν χαμηλότερες από το 2018 και από όλες τις προηγούμενες ελληνικές συμμετοχές.
Παράγοντες που συνδέονται με τις αποκλίσεις
Η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των χωρών δεν αποδίδεται σε μία μοναδική αιτία. Δεν σημαίνει επίσης ότι οι μαθητές μιας χώρας είναι εκ φύσεως «εξυπνότεροι». Προκύπτει από τη συσσώρευση πολλών παραγόντων.
Σημαντικό ρόλο έχουν οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, οι οποίες επηρεάζουν τη διατροφή, την υγεία, την πρόσβαση σε βιβλία και τεχνολογία, τον χώρο μελέτης, την πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη, τη σταθερή φοίτηση και τις προσδοκίες για την εκπαίδευση.
Στην Ελλάδα, οι μαθητές του ανώτερου κοινωνικοοικονομικού τεταρτημορίου ξεπέρασαν εκείνους του χαμηλότερου κατά 76 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες. Ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 85 μονάδες. Το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξηγούσε περίπου το 10% της διαφοροποίησης των επιδόσεων στην Ελλάδα, έναντι 12% στον ΟΟΣΑ.
Ρόλο παίζουν επίσης η ποιότητα και η συνοχή της διδασκαλίας. Τα συστήματα υψηλών επιδόσεων τείνουν να χαρακτηρίζονται από συνεκτικό πρόγραμμα σπουδών, ισχυρές βάσεις από τις μικρές τάξεις, κατάλληλη προετοιμασία των εκπαιδευτικών, έγκαιρη αντιμετώπιση μαθησιακών κενών και συστηματική εξάσκηση στην επίλυση προβλημάτων.
Σημαντική είναι και η εικόνα του σχολικού κλίματος. Στην Ελλάδα, 37% των μαθητών δήλωσε ότι δεν μπορεί να εργαστεί καλά στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 19% στον ΟΟΣΑ. Το 46% ανέφερε ότι ο θόρυβος και η αναστάτωση διακόπτουν το μάθημα, έναντι 31% στον ΟΟΣΑ, ενώ 45% δήλωσε ότι οι συμμαθητές δεν ακούν τον εκπαιδευτικό, έναντι 29%.
Τα στοιχεία αυτά βασίζονται σε απαντήσεις μαθητών και πρέπει να ερμηνεύονται ως αναφορές, όχι ως αντικειμενικές μετρήσεις κάθε τάξης.
Στην ίδια λογική, τα στοιχεία για την υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς αποτυπώνουν αντιλήψεις των μαθητών. Στην Ελλάδα, 49% δήλωσε ότι ο εκπαιδευτικός ενδιαφέρεται για τη μάθηση κάθε μαθητή, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ. Το 53% δήλωσε ότι ο εκπαιδευτικός συνεχίζει τη διδασκαλία μέχρι να καταλάβουν οι μαθητές, έναντι 66%, και 61% ότι προσφέρει πρόσθετη βοήθεια όταν χρειάζεται, έναντι 73%.
Οι απουσίες και οι καθυστερήσεις συνδέονται επίσης με την εικόνα των επιδόσεων. Στις δύο εβδομάδες πριν από την εξέταση, 31% των Ελλήνων μαθητών είχε απουσιάσει τουλάχιστον μία ημέρα, 49% είχε χάσει τουλάχιστον μία διδακτική ώρα και 62% είχε καθυστερήσει να φτάσει στο σχολείο.
Σύμφωνα με τις απαντήσεις των διευθυντών, 46% των μαθητών φοιτούσε σε σχολεία όπου η έλλειψη εκπαιδευτικών επηρέαζε τη διδασκαλία, 78% σε σχολεία με έλλειψη βοηθητικού προσωπικού, 39% σε σχολεία με ελλείψεις εκπαιδευτικού υλικού και 47% σε σχολεία όπου οι φυσικές υποδομές θεωρήθηκαν ανεπαρκείς.
AI, ψηφιακές συσκευές και μάθηση
Το PISA 2025 καταγράφει και τη σχέση των μαθητών με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, 46% των μαθητών χρησιμοποιεί εργαλεία AI τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για να βοηθηθεί στη μάθηση. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 34%.
Οι Έλληνες μαθητές δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν AI σε ποσοστό 29% για αρχική έρευνα πάνω σε ένα θέμα, 24% για περίληψη κειμένων και 25% για σύνταξη εργασιών.
Τα αποτελέσματα δεν δείχνουν ότι περισσότερη χρήση AI σημαίνει αυτόματα καλύτερη επίδοση. Αντίθετα, οι μαθητές που χρησιμοποιούσαν AI για συγκεκριμένες σχολικές εργασίες, όπως περίληψη, έρευνα ή σύνταξη κειμένου, παρουσίαζαν κατά μέσο όρο χαμηλότερες επιδόσεις στις Φυσικές Επιστήμες. Οι μαθητές που χρησιμοποιούσαν AI γενικά κάθε εβδομάδα είχαν περίπου παρόμοιες επιδόσεις με όσους δεν το χρησιμοποιούσαν.
Ελαφρώς υψηλότερες επιδόσεις εμφανίστηκαν όταν η χρήση συνοδευόταν από οργανωμένη εκπαίδευση στον γραμματισμό Τεχνητής Νοημοσύνης. Το βασικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν χρησιμοποιείται η AI, αλλά για ποιον σκοπό, με ποιον τρόπο και αν ο μαθητής ελέγχει την απάντηση αντί να αντικαθιστά την προσωπική σκέψη.
Στην Ελλάδα, 33% των μαθητών δήλωσε επίσης ότι οι συμμαθητές του αποσπώνται συχνά από ψηφιακές συσκευές στα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 28% στον ΟΟΣΑ. Οι μαθητές που ανέφεραν ψηφιακή διάσπαση σημείωσαν κατά μέσο όρο 30 μονάδες χαμηλότερη επίδοση, ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση του κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου. Πρόκειται για συσχέτιση και όχι για απόδειξη αιτιότητας.
Τι δεν αποδεικνύει το PISA
Το PISA δεν αποδεικνύει ότι οι μαθητές μιας χώρας είναι περισσότερο ή λιγότερο έξυπνοι. Δεν αποδεικνύει επίσης ότι μία μεμονωμένη πολιτική προκαλεί αυτομάτως υψηλές επιδόσεις ή ότι η συνολική ποιότητα ενός πολιτισμού ή ενός εκπαιδευτικού συστήματος αποτυπώνεται σε έναν αριθμό.
Οι δεξιότητες, η δημιουργικότητα και η προσωπικότητα κάθε μαθητή δεν μετρώνται πλήρως από την αξιολόγηση. Οι βαθμολογίες αποτελούν εκτιμήσεις δείγματος και συνοδεύονται από στατιστική αβεβαιότητα. Γι’ αυτό χώρες με κοντινές βαθμολογίες δεν διαφέρουν πάντοτε στατιστικά μεταξύ τους.
Για την Ελλάδα, το βασικό μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, οι επιδόσεις στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες σταθεροποιήθηκαν στατιστικά μεταξύ 2022 και 2025. Από την άλλη, παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η Κατανόηση Κειμένου υποχώρησε ακόμη περισσότερο.
Το σοβαρότερο εύρημα είναι ότι περίπου οι μισοί 15χρονοι δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν αυτόνομα τις γνώσεις τους σε σχετικά απλές αλλά μη οικείες καταστάσεις.
Η απάντηση, με βάση τα ευρήματα, δεν είναι απλώς περισσότερη ύλη. Το ζητούμενο είναι μεγαλύτερη έμφαση στην κατανόηση, στην εφαρμογή, στην επίλυση προβλημάτων, στην κριτική αξιολόγηση πληροφοριών, στον ψηφιακό και AI γραμματισμό, στη στήριξη των μαθητών που παρουσιάζουν κενά και στη βελτίωση του κλίματος μέσα στην τάξη.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αποτυπώσει το PISA: όχι μόνο πόσα διδάχθηκαν οι μαθητές, αλλά πόσα από αυτά μπορούν πραγματικά να χρησιμοποιήσουν.

Καθηγητής φυσικής, απόφοιτος Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακό στη Διδακτική των Φυσικών Επιστημών και ιδιοκτήτης φροντιστηρίων μέσης εκπαίδευσης.




