Η Ελλάδα περιορίζει την απόστασή της από τον ΟΟΣΑ, με θετικότερη εικόνα στα Μαθηματικά, ενώ παραμένουν ανοιχτά τα μέτωπα των χαμηλών επιδόσεων, της ποιότητας της διδασκαλίας και των ανισοτήτων
Μια μεικτή εικόνα, με πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης αλλά και σημαντικές αδυναμίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, αποτυπώνουν τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025.
Τα αποτελέσματα παρουσίασε σε συνέντευξη Τύπου ο Εθνικός Συντονιστής του προγράμματος PISA στην Ελλάδα, καθηγητής Κώστας Δημόπουλος, παρουσία της υπουργού Παιδείας Σοφίας Ζαχαράκη, του Γενικού Γραμματέα Γ. Παπαδομαρκάκη και του Αντιπροέδρου του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής Κ. Λολίτσα.
Το βασικό στοιχείο για την Ελλάδα είναι ότι, για πρώτη φορά έπειτα από δέκα χρόνια, ανακόπτεται η συνεχής διεύρυνση της απόστασης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της ΕΕ27. Η εικόνα είναι περισσότερο θετική στα Μαθηματικά, όπου καταγράφεται τάση σύγκλισης.
Η απόσταση, πάντως, παραμένει σημαντική. Μεγάλο ποσοστό των μαθητών ολοκληρώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να φτάνει στο βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού, ενώ καταγράφονται προβλήματα στο μαθησιακό περιβάλλον, στην ποιότητα της διδασκαλίας, στην κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού και στις ανισότητες μεταξύ διαφορετικών ομάδων μαθητών και σχολείων.
6.858 μαθητές από την Ελλάδα
Στην PISA 2025 συμμετείχαν διεθνώς 765.000 μαθητές και μαθήτριες από 91 χώρες, εκπροσωπώντας συνολικά 33 εκατομμύρια μαθητές. Πρόκειται για δέκα περισσότερες χώρες σε σύγκριση με την PISA 2022.
Οι μαθητές αξιολογήθηκαν στις Φυσικές Επιστήμες, που αποτέλεσαν το αντικείμενο εστίασης, στην Κατανόηση Κειμένου, στα Μαθηματικά και, για πρώτη φορά, στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα.
Σε 22 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αξιολογήθηκε επίσης η ικανότητα των μαθητών στα Αγγλικά. Τα αποτελέσματα αυτού του πεδίου αναμένεται να ανακοινωθούν τον Μάιο του 2027.
Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσμού-στόχου των 101.850 μαθητών. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό κάλυψης που έχει καταγραφεί από το 2000.
Για τη συμμετοχή στην έρευνα ενισχύθηκαν τα σχολεία του δείγματος με 4.500 laptops και 2.500 ακουστικά, θεσμοθετήθηκε αποζημίωση για τους 549 εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στη διοργάνωση και αναπτύχθηκε η πλατφόρμα Skills4Life με θέματα τύπου PISA.
Μικρότερη πτώση στα Μαθηματικά
Η διεθνής εικόνα της PISA 2025 χαρακτηρίζεται από υποχώρηση των επιδόσεων. Στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών διεθνώς ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας PISA το 2000.
Στην Ελλάδα η πτώση στα Μαθηματικά ήταν μικρότερη από εκείνη που καταγράφηκε στον ΟΟΣΑ-23 και στην ΕΕ27.
Συγκεκριμένα, οι Έλληνες μαθητές σημείωσαν πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά, έναντι 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 12 στην ΕΕ27.
Στις Φυσικές Επιστήμες η πτώση στην Ελλάδα ήταν 7 μονάδες, έναντι 5 στον ΟΟΣΑ-23 και 5 στην ΕΕ27, ενώ στην Κατανόηση Κειμένου καταγράφηκε πτώση 16 μονάδων, έναντι 16 στον ΟΟΣΑ-23 και 18 στην ΕΕ27.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η χώρα ανακόπτει για πρώτη φορά μετά από μία δεκαετία τη συνεχή πορεία απόκλισης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της ΕΕ27, με τη σαφέστερη τάση σύγκλισης να εμφανίζεται στα Μαθηματικά.
Ψηφιακή επίλυση προβλημάτων: 461 μονάδες
Η Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα εξετάστηκε για πρώτη φορά στην PISA 2025.
Οι μαθητές στην Ελλάδα κατέγραψαν μέση επίδοση 461 μονάδων, έναντι 500 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Η Ελλάδα κατέλαβε την 47η θέση μεταξύ 91 χωρών.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν ταυτόχρονα σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ελληνικών σχολείων. Περίπου 38 σχολεία του δείγματος, από τα οποία τα 32 δημόσια –περίπου ένα στα έξι σχολεία που συμμετείχαν– κατέγραψαν στα επιμέρους αντικείμενα επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Το μεγάλο πρόβλημα των χαμηλών επιδόσεων
Παρά την ανακοπή της διεύρυνσης της απόστασης, οι επιδόσεις των μαθητών στην Ελλάδα εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το ποσοστό των μαθητών που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να διαθέτουν το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού.
Το ποσοστό αυτό φτάνει το 40,9% στις Φυσικές Επιστήμες, το 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και το 49,5% στα Μαθηματικά.
Πρόκειται για μαθητές οι οποίοι δεν έχουν φτάσει στο βασικό επίπεδο που απαιτείται για την κατανόηση απλών φαινομένων και κειμένων και για την πραγματοποίηση απλών μαθηματικών συλλογισμών και πράξεων.
Οι ανισότητες και οι στάσεις απέναντι στη μάθηση
Η επίδραση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων στις επιδόσεις εμφανίζεται στην Ελλάδα σχετικά μικρότερη. Αυτό, ωστόσο, συνδέεται και με το γεγονός ότι οι συνολικές επιδόσεις είναι συμπιεσμένες σε χαμηλότερα επίπεδα.
Ιδιαίτερη παράμετρο αποτελεί το μεταναστευτικό υπόβαθρο. Οι μαθητές αυτής της κατηγορίας προέρχονται συχνά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ενώ σε ποσοστό άνω του 50% δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.
Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν επίσης γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα.
Στον αντίποδα, εμφανίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής, ενώ καταγράφουν καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους.
Ευνοϊκότερες στάσεις καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές και στους μαθητές ΓΕΛ, ιδιωτικών και κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων. Οι σχετικές διαφοροποιήσεις εμφανίζονται μάλιστα εντονότερες στην Ελλάδα σε σχέση με τον ΟΟΣΑ.
Διδασκαλία και σχολικό περιβάλλον
Σύμφωνα με τις απαντήσεις των μαθητών, το μαθησιακό περιβάλλον στην Ελλάδα είναι λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό σε σύγκριση με εκείνο των χωρών του ΟΟΣΑ.
Οι μαθητές αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση διδακτικών τεχνικών που ενεργοποιούν γνωστικά τους μαθητές και μικρότερη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της Τεχνητής Νοημοσύνης στο σχολείο.
Στο σχολικό κλίμα καταγράφονται συχνότερα περιστατικά χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις, τα οποία έχουν επιδεινωθεί κατά την τελευταία δεκαετία.
Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ο σχολικός εκφοβισμός βρίσκεται σε παρόμοια επίπεδα.
Σε σχέση με το 2022, πάντως, έχει βελτιωθεί τόσο το αίσθημα ασφάλειας όσο και το αίσθημα του ανήκειν στο σχολείο.
Τι δείχνουν οι μαθητές για τα κινητά
Ιδιαίτερο στοιχείο προκύπτει από τις δηλώσεις των ίδιων των μαθητών σχετικά με τη χρήση κινητών τηλεφώνων στο σχολείο.
Σε σύγκριση με το 2022, είναι πολύ αυξημένα τα ποσοστά όσων δηλώνουν ότι δεν χρησιμοποιούν καθόλου ή χρησιμοποιούν πολύ λίγο τα κινητά τους στα σχολεία.
Σύμφωνα με το υλικό παρουσίασης των αποτελεσμάτων, το στοιχείο αυτό συνδέεται με την εφαρμογή του μέτρου απαγόρευσης των κινητών στα σχολεία.
Ελλείψεις προσωπικού αλλά λιγότεροι μαθητές ανά εκπαιδευτικό
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό.
Παρά τους μαζικούς διορισμούς των τελευταίων ετών, οι διευθυντές των ελληνικών σχολείων αναφέρουν εντονότερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα σε κοινωνικά ευάλωτες σχολικές μονάδες και σχολεία της περιφέρειας.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα έχει χαμηλότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό και μικρότερο μέγεθος τάξης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Με βάση αυτή την εικόνα, το ζήτημα εντοπίζεται κυρίως στην κατανομή, στη διαχείριση και στην αξιοποίηση του διαθέσιμου προσωπικού και λιγότερο στη συνολική αριθμητική επάρκειά του.
Βελτίωση στον ψηφιακό εξοπλισμό
Οι διευθυντές εξακολουθούν να καταγράφουν υστέρηση των ελληνικών σχολείων σε υλικοτεχνικές υποδομές και ψηφιακό εξοπλισμό έναντι του ΟΟΣΑ.
Μετά το 2018, ωστόσο, παρουσιάζεται σημαντική βελτίωση, ιδιαίτερα στον ψηφιακό εξοπλισμό. Οι διαθέσιμοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ανά αριθμό μαθητών για εκπαιδευτική χρήση αυξήθηκαν την περίοδο 2018-2025, με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό βελτίωσης από τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Οι μαθητές στην Ελλάδα αφιερώνουν παράλληλα περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη, εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη.
Χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο σχετικός χρόνος έχει μειωθεί σε σύγκριση με το 2022.
Υψηλές προσδοκίες για το μέλλον
Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες και παρόμοια αισιοδοξία για την προοπτική ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Οι προσδοκίες αυτές, όμως, διαφοροποιούνται εντονότερα στην Ελλάδα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του σχολείου.
Η συνολική εικόνα της PISA 2025 επομένως δεν αναιρεί τις σημαντικές αδυναμίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Καταγράφει, όμως, την ανακοπή της πολυετούς διεύρυνσης της απόστασης από τον ΟΟΣΑ και την ΕΕ27 και, ειδικά στα Μαθηματικά, μια τάση σύγκλισης.
Την ίδια στιγμή, οι προκλήσεις μετατοπίζονται στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων: στην καλύτερη κατανομή του προσωπικού, στην ποιότητα της διδασκαλίας και τη γνωστική ενεργοποίηση των μαθητών, στην αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της ΤΝ, στη μαθητική εμπλοκή και πειθαρχία, καθώς και στη στήριξη μεταναστευτικών και κοινωνικά ευάλωτων ομάδων.
Το κρίσιμο ζητούμενο που προκύπτει από τα αποτελέσματα είναι η μετατροπή των ανθρώπινων και υλικών πόρων σε καλύτερες μαθησιακές εμπειρίες, υψηλότερες επιδόσεις και μικρότερες ανισότητες, με τον επόμενο κύκλο της έρευνας PISA να τοποθετείται το 2029.




