Η μέθοδος scaffolding (στα ελληνικά: “σκαλωσιά”) είναι μια εκπαιδευτική τεχνική που βοηθά τους μαθητές να αποκτήσουν νέες γνώσεις και δεξιότητες με τη σταδιακή υποστήριξη από έναν εκπαιδευτή, δάσκαλο ή από ένα πιο έμπειρο άτομο.
Ο όρος προέρχεται από τη μεταφορά της σκαλωσιάς που χρησιμοποιείται στις κατασκευές -η σκαλωσιά στηρίζει τους εργάτες καθώς χτίζουν, και αφαιρείται σταδιακά όταν το κτίριο μπορεί να σταθεί από μόνο του-.
Η σκαλωσιά, ουσιαστικά, είναι η επικοινωνία μεταξύ δασκάλου και μαθητή που προηγείται της διαδικασίας εσωτερίκευσης. Εισάγει και διατηρεί τον προβληματισμό στον μαθητή, οδηγεί τόσο σε ατομική σύλληψη του στόχου όσο και σε αμοιβαία κατανόηση. Μειώνει τις αμφιβολίες του μαθητή και οδηγεί σε επιτυχημένη έκβαση, αυξάνοντας παράλληλα τις ευκαιρίες ανάπτυξης, καθώς ο μαθητής αναλαμβάνει σταδιακά τον έλεγχο και την ευθύνη υλοποίησης του στόχου με την υποστήριξη του δασκάλου, επίσης σταδιακά, να μειώνεται.
Ο όρος “υποστήριξη”, σύμφωνα με τον Bruner, αφορά τα βήματα που γίνονται για να μειωθούν οι βαθμοί ελευθερίας στην εκτέλεση κάποιου έργου, έτσι ώστε το παιδί να μπορεί να συγκεντρωθεί στη δύσκολη ικανότητα που προσπαθεί να κατακτήσει.
Βασικά σημεία της μάθησης με υποστήριξη:
- παροχή υποστήριξης με ευαισθησία
- βαθμιαία αποχώρηση του εκπαιδευτικού καθώς ο μαθητής προοδεύει
- καταλληλότητα στόχων για κάθε μαθητή
- κατανόηση στόχων από τον μαθητή
- κοινή ευθύνη για μάθηση
Η διδακτική πρακτική της μάθησης με υποστήριξη μπορεί να αξιοποιηθεί στη διαμορφωτική αξιολόγηση του μαθητή, εμπλουτίζοντας και συστηματοποιώντας τις διδακτικές πρακτικές του δασκάλου που συνοδεύουν την ανατροφοδότηση του μαθητή στο πλαίσιο της αξιολόγησης με σκοπό τη μάθηση.
Και αυτό επειδή, τη χαρακτηρίζουν δύο βασικές αρχές:
α. ο δάσκαλος δίνει αμέσως υποστήριξη στο παιδί, όταν αυτό προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη δυσκολία και να βρει λύση στο πρόβλημα και
β. το παιδί δε βρίσκεται ποτέ μόνο του απέναντι στη δυσκολία και δεν τίθεται ποτέ στο περιθώριο.
Πώς υλοποιείται:
Για την αποτελεσματική εφαρμογή της, ο εκπαιδευτικός ξεκινά εξετάζοντας τους στόχους του προγράμματος σπουδών και καθορίζοντας το σημείο εκκίνησης των μαθητών. Είναι απαραίτητο να οριστούν σαφείς προσδοκίες και να δημιουργηθεί ένα ασφαλές μαθησιακό περιβάλλον όπου οι μαθητές αισθάνονται άνετα να εξερευνήσουν νέες έννοιες.
Αφού διαμορφωθεί το μαθησιακό πλαίσιο, το μάθημα οργανώνεται σε διακριτές ενότητες, με εργασίες που προσαρμόζονται στις ανάγκες των μαθητών. Ο εκπαιδευτικός παρέχει αρχικά υψηλό επίπεδο υποστήριξης, εξηγώντας τον σκοπό κάθε δραστηριότητας και ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ των μαθητών.
Μέσα από ομαδικές συζητήσεις και καθοδηγούμενη πρακτική, οι μαθητές αναπτύσσουν στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων και σταδιακά αποκτούν μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Καθώς η κατανόησή τους εμβαθύνει, η στήριξη μειώνεται προοδευτικά, επιτρέποντάς τους να εφαρμόσουν τις γνώσεις τους με αυτοπεποίθηση. Καθώς οι μαθητές αρχίζουν να ανταπεξέρχονται στις απαιτήσεις του μαθήματος, γίνονται σταδιακά πιο ανεξάρτητοι επιτρέποντάς μας να απομακρύνουμε την «Σκαλωσιά».
Η μάθηση τώρα αποκτά χαρακτήρα υποστηρικτικής, συνεργατικής διαδικασίας.
Παραδείγματα ορισμένων από αυτά τα βήματα μπορούν να απεικονιστούν με συγκεκριμένες στρατηγικές στήριξης, όπως:
Δείξε και πες: Ο δάσκαλος μοντελοποιεί μια διαδικασία ή ένα τελικό προϊόν, ώστε οι μαθητές να μπορούν να δουν τι πρέπει να δημιουργήσουν. Το Show and tell μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επίδειξη εξισώσεων άλγεβρας, επιστημονικών μοντέλων, καλλιτεχνικών τεχνικών και πολλών άλλων. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν ακόμη και να επεκτείνουν το show and tell ώστε να κάνουν την πρώτη εργασία μαζί με τους μαθητές μετά την αρχική επίδειξη.
Δημιουργώντας συνδέσεις με την πραγματική ζωή: Μερικές φορές, μπορεί να είναι δύσκολο για τους μαθητές να καταλάβουν γιατί πρέπει να γνωρίζουν κάτι ή πώς αυτό συνδέεται με τον κόσμο εκτός σχολείου. Ως δάσκαλος, μοιραστείτε ένα παράδειγμα για το πώς μια ακαδημαϊκή έννοια εφαρμόζεται στη δική σας ζωή και, στη συνέχεια, ρωτήστε τους μαθητές αν έχουν παρόμοια παραδείγματα.
Πηγή [edweek.gr]




