Σχολεία: Έρχεται τέλος στα «εύκολα» απολυτήρια; Τα σχέδια του Υπουργείου Παιδείας

Η αξιολόγηση των μαθητών στα ελληνικά σχολεία έχει απασχολήσει για χρόνια την εκπαιδευτική κοινότητα. Σήμερα, το απολυτήριο γυμνασίου και λυκείου αποτελεί έναν θεσμό που περισσότερο επιβεβαιώνει τη φοίτηση παρά την πραγματική ακαδημαϊκή πρόοδο των μαθητών.

Το φαινόμενο αυτό γεννά εύλογες ανησυχίες σχετικά με το επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων των αποφοίτων, ειδικά σε μια εποχή όπου η εκπαίδευση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία των νέων για την αγορά εργασίας και την ανώτατη εκπαίδευση.

Η έλλειψη αυστηρότερων κριτηρίων αξιολόγησης και προαγωγής, σε συνδυασμό με την πίεση που ασκούν γονείς και μαθητές στους εκπαιδευτικούς, έχει δημιουργήσει μια εκπαιδευτική πραγματικότητα στην οποία ακόμη και μαθητές με χαμηλές επιδόσεις περνούν τις τάξεις χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Σε πολλές περιπτώσεις, δευτερεύοντα μαθήματα με υψηλούς βαθμούς «ανεβάζουν» τον γενικό μέσο όρο, ενώ τα βασικά μαθήματα, όπως η Γλώσσα, τα Μαθηματικά και οι Φυσικές Επιστήμες, δεν αξιολογούνται με την αυστηρότητα που θα επέβαλε η σημασία τους για τη μελλοντική πορεία των μαθητών. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι νέο, αλλά έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, μεγάλος αριθμός μαθητών προάγεται με μέτριες ή χαμηλές βαθμολογίες, γεγονός που καταδεικνύει πως το ισχύον σύστημα επιτρέπει σε μαθητές με ελλιπή γνώση των βασικών μαθημάτων να συνεχίζουν απρόσκοπτα την πορεία τους στην εκπαίδευση. Παράλληλα, το υψηλό ποσοστό αριστούχων εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία των βαθμολογιών και τη σύγκρισή τους με διεθνή πρότυπα.

Η κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενη τη σοβαρότητα της κατάστασης, φαίνεται να εξετάζει προτάσεις για την αναβάθμιση του συστήματος αξιολόγησης. Στο πλαίσιο αυτό, συζητείται η θεσμοθέτηση ενός «εθνικού απολυτηρίου», που θα θέτει υψηλότερα κριτήρια απόκτησης του τίτλου σπουδών. Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές δεν είναι εύκολες, καθώς ένα αυστηρότερο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να επιφέρει κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά και πολιτικό κόστος.

Το ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, είναι το εξής: μπορεί το ελληνικό σχολείο να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ μιας δίκαιης και απαιτητικής αξιολόγησης και της διατήρησης της ισορροπίας στο εκπαιδευτικό σύστημα; Ή θα συνεχίσει να λειτουργεί με τρόπο που υποβαθμίζει την αξία του απολυτηρίου, επιτρέποντας στους μαθητές να περνούν τις τάξεις χωρίς πραγματική ακαδημαϊκή πρόοδο;

Αναλυτικά όλα όσα αναφέρει ο κ. Λακασάς στο άρθρο του στην Καθημερινή:

Αγώνας δρόμου πολύ χαμηλών εμποδίων αποδεικνύεται το απολυτήριο από το γυμνάσιο και το λύκειο για τους Ελληνες μαθητές. Ακόμη και με βαθμούς κάτω από τη βάση σε κρίσιμα μαθήματα, με καλούς βαθμούς σε δευτερεύοντα όλοι εξασφαλίζουν την προαγωγή και την απόλυση, ενώ ουδείς μένει μετεξεταστέος. Στο γυμνάσιο οι μαθητές που προάγονται και απολύονται με βαθμό έως 13 είναι από 10% έως 15%, ενώ στο λύκειο το ποσοστό αυξάνεται περίπου έως και το 20%. Αλλά και αυτός ο βαθμός είναι πλασματικός, καθώς οι εκπαιδευτικοί είναι πολύ επιεικείς με τους μαθητές, ακόμη και στα βασικά μαθήματα. Οι λόγοι σχετίζονται με την ανυπαρξία αυστηρών εξετάσεων και την πίεση των γονιών.

«Πρόκειται για εκπαίδευση του παραλόγου και της ήσσονος προσπάθειας», τονίζει στην «Κ» ο Σωτήρης Γκλαβάς, πρώην πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), ο οποίος έχει μελετήσει εις βάθος το πρόβλημα. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας έχει ζητήσει προτάσεις από τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς, όπως η Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευσης (ΑΔΙΠΠΔΕ), για την αναστροφή της κατάστασης. Οι αλλαγές θα συνδυαστούν με τη θεσμοθέτηση του εθνικού απολυτηρίου.

Ειδικότερα, στο γυμνάσιο o μαθητής κρίνεται άξιος προαγωγής ή απόλυσης όταν έχει σε κάθε μάθημα βαθμό ετήσιας επίδοσης τουλάχιστον 10 ή όταν έχει γενικό μέσο όρο βαθμών ετήσιας επίδοσης τουλάχιστον 13. Στο λύκειο για την προαγωγή και την απόλυση των μαθητών απαιτείται γενικός μέσος όρος τουλάχιστον 10. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπ. Παιδείας, στην Α΄ Γυμνασίου το 15% των μαθητών προάγεται με μέσο όρο από 10 έως 13. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη Β΄ Γυμνασίου είναι 11% και 9,5% για τη Γ΄ Γυμνασίου.

Στο λύκειο τα αντίστοιχα ποσοστά αυξάνονται έως και 20%, διότι οι καθηγητές θεωρούν ότι πρέπει να είναι ακόμη πιο επιεικείς, με δεδομένη την έμφαση των μαθητών στην προετοιμασία για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις. «Αντίθετα, ο μαθητής του γυμνασίου προάγεται ή απολύεται δυσκολότερα», παρατηρεί στέλεχος του ΙΕΠ.

Τα δευτερεύοντα μαθήματα δίνουν «μπόνους» στον μέσο όρο, ενώ προβληματική χαρακτηρίζεται και η αξιολόγηση από τους καθηγητές που πολλές φορές είναι πολύ επιεικείς. Η φάση ωστόσο είναι γενικά πολύ χαλαρή, αφού το βαθμολογικό όριο είναι εύκολο λόγω των δευτερευόντων μαθημάτων. Οπως εξήγησε στην «Κ» ο μαθηματικός Στράτος Στρατηγάκης, στον μέσο όρο συνυπολογίζεται ο βαθμός της Γυμναστικής και των Θρησκευτικών, μαθήματα στα οποία οι μαθητές έχουν παραδοσιακά υψηλή βαθμολογία.

Επιπλέον υπάρχουν οι κλάδοι των μαθημάτων: η Αλγεβρα και η Γεωμετρία θεωρούνται ένα μάθημα με ένα βαθμό. Η Γλώσσα, η Λογοτεχνία δίνουν επίσης ένα βαθμό, όπως και η Φυσική, η Χημεία και η Βιολογία. Βλέπουμε δηλαδή ότι τρία βασικά μαθήματα δίνουν έναν βαθμό που είναι ισάξιος της Γυμναστικής και των Θρησκευτικών.

Ετσι λοιπόν, αν ένας μαθητής έχει βαθμό κάτω από τη βάση στα βασικά μαθήματα, θα έχει στο τέλος της χρονιάς μόνο τρεις βαθμούς κάτω από τη βάση. Από την άλλη, πόσο ακριβής είναι η αξιολόγηση των μαθητών από τους καθηγητές τους; Οπως αναφέρουν στην «Κ» έμπειροι εκπαιδευτικοί, οι καθηγητές πριμοδοτούν τους μαθητές, ιδίως όταν είναι πολύ μέτριοι. «Ευκολότερα, το 8 το ανεβάζει σε 10, από το 18 σε 20», τονίζει καθηγητής. «Προφανώς και δίνεις μία ευκαιρία στον μαθητή για να μην απογοητευτεί», προσθέτει. «Οι γονείς διαμαρτύρονται όταν δουν μία χαμηλή βαθμολογία, το ίδιο κάνουν και πολλοί μαθητές. Πολλοί εκπαιδευτικοί στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν μία ισορροπία με τους γονείς, είναι επιεικείς με τους μαθητές», παρατηρεί στην «Κ» ο έμπειρος φιλόλογος Ανδρέας Παπαδαντωνάκης. Με τον τρόπο αυτό, βέβαια, παγιώνεται μία στρεβλή κατάσταση και υπερισχύει το… «δεν βαριέσαι»! «Αυτή η λογική δίνει το απολυτήριο, ιδίως του λυκείου, σε όλους τους μαθητές είτε διαβάζουν είτε απλώς παρίστανται στο σχολείο», σχολιάζει ο κ. Στρατηγάκης.

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι τα πολλά 20άρια. Ενδεικτικό είναι ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, το σχολικό έτος 2023-2024 αριστούχοι ήταν οι 179.225 μαθητές γυμνασίου και λυκείου σε σύνολο 680.000 μαθητών, δηλαδή ο ένας στους τέσσερις. Βέβαια, ένα πιο αυστηρό σύστημα αξιολόγησης θα «κόψει» πολλούς μαθητές, όπως το 2014, όταν έμεινε μετεξεταστέο το 24% των μαθητών λυκείου.

«Σε αυτή την περίπτωση, ας μην αγνοείται το πολιτικό κόστος που θα έχει μία κυβέρνηση», λέει στην «Κ» πρώην στέλεχος του ΙΕΠ. Μεταξύ των προτάσεων που έχουν τεθεί στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας είναι στα βασικά μαθήματα (Γλώσσα, Μαθηματικά, Φυσική κ.ά.) και στα δύο επίπεδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οι μαθητές να έχουν τουλάχιστον δέκα για να προαχθούν. Ιδίως για το λύκειο μία λύση είναι να θεσμοθετήσει το εθνικό απολυτήριο, που κοντεύει να γίνει σαν το γεφύρι της Αρτας.

Πηγή [ipaidia.gr]

Εκπαιδευτικά Νέα Ημαθίας

Τα πάντα για τη Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση του Νομού Ημαθίας.