Εθνική αξιολόγηση δεξιοτήτων στα σχολεία – Μελέτη αξίας 539.400 ευρώ

Το υπουργείο Παιδείας ενέκρινε νέα εθνική μελέτη για τις δεξιότητες που καλλιεργούν Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια, ΓΕΛ και ΕΠΑΛ και τα κενά που εντοπίζονται – Έρευνα σε 2.350 εκπαιδευτικούς και στελέχη, διεθνείς συγκρίσεις και προτάσεις για αλλαγές

Την εκπόνηση νέας εθνικής μελέτης για τις δεξιότητες που καλλιεργούνται στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και τα κενά που εντοπίζονται ανέθεσε, με απόφασή της, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Η μελέτη, αξίας 539.400 ευρώ, θα εξετάσει τον βαθμό στον οποίο το εκπαιδευτικό σύστημα αναπτύσσει στους μαθητές τις θεμελιώδεις και εγκάρσιες ικανότητες και δεξιότητες που προβλέπονται από ευρωπαϊκά και διεθνή πλαίσια.

Στο αντικείμενό της εντάσσονται η αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης, η διεθνής συγκριτική ανάλυση, ο εντοπισμός κενών και η κατάρτιση τεκμηριωμένου σχεδίου εκσυγχρονισμού για τη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής σε εθνικό και χωρικό επίπεδο.

Η αξιολόγηση καλύπτει Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια, ΓΕΛ και ΕΠΑΛ, ενώ περιλαμβάνει και την Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση.

Τα τέσσερα βασικά ερωτήματα

Η εθνική μελέτη σχεδιάζεται ώστε να δώσει απαντήσεις σε τέσσερα βασικά ερωτήματα για τις δεξιότητες που παρέχει σήμερα το σχολείο και εκείνες που αναμένεται να απαιτηθούν τα επόμενα χρόνια.

Αρχικά θα εξεταστεί ποιες δεξιότητες καλλιεργούν τα σημερινά προγράμματα σπουδών, σε ποιο εύρος και βάθος και με ποια συνέχεια από τη μία βαθμίδα εκπαίδευσης στην άλλη. Η αποτύπωση θα πραγματοποιηθεί μέσω συστηματικής αντιστοίχισης με τα ευρωπαϊκά πλαίσια ικανοτήτων.

Δεύτερο αντικείμενο αποτελούν οι αναδυόμενες απαιτήσεις σε δεξιότητες με ορίζοντα το 2030-2035, μαζί με τη μελέτη διεθνών καλών πρακτικών.

Θα ακολουθήσει η διερεύνηση των κενών ανάμεσα στις δεξιότητες που παρέχονται και σε εκείνες που απαιτούνται, τόσο σε εθνικό όσο και σε χωρικό επίπεδο.

Το τέταρτο σκέλος αφορά τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων προτάσεων εκπαιδευτικής πολιτικής, οι οποίες θα ιεραρχηθούν σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες.

Έρευνα σε 2.350 εκπαιδευτικούς και στελέχη

Βασικό μέρος της μελέτης αποτελεί πρωτογενής έρευνα πεδίου, η οποία θα πραγματοποιηθεί αποκλειστικά σε ενήλικους επαγγελματίες του εκπαιδευτικού συστήματος.

Το ενδεικτικό συνολικό δείγμα προσδιορίζεται σε 2.350 άτομα και χωρίζεται σε πέντε πληθυσμούς αναφοράς: εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, εκπαιδευτικούς Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, εκπαιδευτικούς Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, διευθυντές σχολικών μονάδων και Συμβούλους Εκπαίδευσης.

Η δειγματοληψία θα είναι στρωματοποιημένη ανά Περιφέρεια (NUTS 2) και τύπο σχολικής μονάδας. Προβλέπεται επίσης παρουσίαση αποτελεσμάτων σε επίπεδο Μεγάλης Γεωγραφικής Ενότητας (NUTS 1) για τα τέσσερα χωρικά παραδοτέα.

Τα τελικά μεγέθη ανά στρώμα και η μέθοδος στάθμισης θα οριστικοποιηθούν στο σχετικό παραδοτέο της μελέτης.

Συνεντεύξεις και διεθνή δεδομένα

Η ποσοτική έρευνα θα συμπληρωθεί από ποιοτική διερεύνηση με στελέχη της εκπαίδευσης, εμπειρογνώμονες και κοινωνικούς εταίρους.

Προβλέπονται 50 συνεντεύξεις και πέντε εστιασμένες ομάδες. Οι τέσσερις ομάδες θα αντιστοιχούν στις Μεγάλες Γεωγραφικές Ενότητες και μία θα είναι εθνική, με τη συμμετοχή θεσμικών φορέων και κοινωνικών εταίρων.

Παράλληλα, η μελέτη θα αξιοποιήσει δευτερογενή ανάλυση διεθνών και εθνικών δεδομένων, μεταξύ των οποίων στοιχεία από PISA, ICILS, ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat.

Προβλέπεται ακόμη η δημιουργία βάσης εθνικών και χωρικών δεικτών, συνοδευόμενης από αυτοτελές διαδραστικό εργαλείο ανοικτής πρόσβασης.

Σύμφωνα με την απόφαση, δεν θα πραγματοποιηθεί πρωτογενής έρευνα σε μαθητές ή γονείς.

Τι αναφέρει η απόφαση για PISA και ICILS

Στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά στα αποτελέσματα διεθνών ερευνών ως μέρος της τεκμηρίωσης για την εκπόνηση της μελέτης.

Ειδικότερα, η απόφαση αναφέρει ότι στο PISA 2022 το 47% των 15χρονων μαθητών δεν έφθασε στο βασικό επίπεδο επάρκειας, Level 2, στα Μαθηματικά, έναντι μέσου όρου 31% στον ΟΟΣΑ.

Παράλληλα, αναφέρεται ότι κατά την πρώτη συμμετοχή της Ελλάδας στη διεθνή έρευνα ψηφιακού γραμματισμού ICILS 2023 καταγράφηκε επίδοση χαμηλότερη από τον διεθνή μέσο όρο.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, οι αδυναμίες που καταγράφονται στην ηλικία των 15 ετών διαμορφώνονται σωρευτικά από τα πρώτα σχολικά χρόνια και για τον λόγο αυτό επιλέγεται η ενιαία εξέταση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Στόχος ένας μόνιμος μηχανισμός δεικτών

Σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής, άμεσα ωφελούμενοι από τη μελέτη προσδιορίζονται το υπουργείο Παιδείας και οι εποπτευόμενοι και ωφελούμενοι φορείς, μεταξύ των οποίων το ΙΕΠ και οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.

Τελικοί αποδέκτες προσδιορίζονται το εκπαιδευτικό δυναμικό και οι μαθητές της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Ως αναμενόμενο αποτέλεσμα περιγράφεται η δημιουργία μιας ενιαίας και διεθνώς συγκρίσιμης αποτύπωσης των δεξιοτήτων που παρέχονται στις δύο βαθμίδες, με δυνατότητα γεωγραφικής ανάλυσης.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η τεκμηρίωση των αναγκών επιμόρφωσης και η δημιουργία μόνιμου μηχανισμού δεικτών παρακολούθησης, ο οποίος θα μπορεί να επικαιροποιείται σε επόμενους κύκλους.

Η μελέτη συνδυάζει έτσι την καταγραφή των δεξιοτήτων που καλλιεργούνται σήμερα στα σχολεία με τις απαιτήσεις του ορίζοντα 2030-2035, τη διεθνή σύγκριση και την κατάρτιση προτάσεων για την εκπαιδευτική πολιτική.

Εκπαιδευτικά Νέα