Εκπαιδευτικοί καλούνται να διδάξουν αντικείμενα που δεν αποτελούν τον βασικό πυρήνα των σπουδών τους, προκειμένου να συμπληρωθούν ωράρια και να καλυφθούν κενά. Ένα σύστημα που σχεδιάστηκε για να προσφέρει ευελιξία στη λειτουργία των σχολείων μπορεί, όταν χρησιμοποιείται συστηματικά, να μετατρέψει μια διοικητική διευθέτηση σε ουσιαστικό παιδαγωγικό πρόβλημα.
Κάθε Σεπτέμβριο, μαζί με τα κενά, τις τοποθετήσεις εκπαιδευτικών και την προσπάθεια κατάρτισης των ωρολογίων προγραμμάτων, επανέρχεται το ζήτημα των αναθέσεων μαθημάτων σε εκπαιδευτικούς διαφορετικών ειδικοτήτων.
Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει Α΄ και Β΄ ανάθεση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και Γ΄ ανάθεση μαθημάτων. Η Α΄ ανάθεση αφορά κατά κανόνα τον κλάδο που βρίσκεται πλησιέστερα στο συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο, ενώ οι επόμενες αναθέσεις αξιοποιούνται κυρίως για τη συμπλήρωση του ωραρίου και την κάλυψη εκπαιδευτικών αναγκών.
Για τα Γυμνάσια και τα Γενικά Λύκεια, οι σχετικές αποφάσεις εξακολουθούν να βασίζονται στην υπουργική απόφαση 85980/Δ2/2020, η οποία έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί αρκετές φορές.
Το σύστημα παρέχει στα σχολεία τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν πραγματικές ανάγκες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το βασικό ερώτημα παύει να είναι «ποιος είναι ο καταλληλότερος να διδάξει αυτό το μάθημα;» και μετατρέπεται σε «ποιος χρειάζεται ώρες για να συμπληρώσει το ωράριό του;».
Από την ειδικότητα στη συμπλήρωση ωραρίου
Η δυνατότητα διαφορετικών αναθέσεων επιτρέπει σε ένα σχολείο να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και όταν δεν υπάρχει διαθέσιμος εκπαιδευτικός της απολύτως αντίστοιχης ειδικότητας. Ως λύση ανάγκης, ιδιαίτερα σε μικρές ή απομακρυσμένες σχολικές μονάδες, αυτή η ευελιξία μπορεί να είναι αναγκαία.
Η εικόνα αλλάζει όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε συστηματική πρακτική στελέχωσης.
Τότε οι εκπαιδευτικοί κινδυνεύουν να αντιμετωπίζονται ως «πολυεργαλεία συμπλήρωσης ωραρίου», με βασικό ζητούμενο να καλυφθούν οι ώρες του προγράμματος και όχι απαραίτητα να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή επιστημονική συνάφεια ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και στο μάθημα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γεωλογίας-Γεωγραφίας στο Γυμνάσιο, όπου, σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση, εκτός από την Α΄ και τη Β΄ ανάθεση προβλέπεται και Γ΄ ανάθεση σε πρόσθετους κλάδους. Σε άλλα γνωστικά αντικείμενα, αντίστοιχα, η Β΄ ανάθεση διευρύνει σημαντικά τον αριθμό των ειδικοτήτων που μπορούν να αναλάβουν τη διδασκαλία.
Το ζήτημα δεν είναι εάν ένας εκπαιδευτικός μπορεί να προετοιμαστεί ώστε να διδάξει ένα συγγενές γνωστικό αντικείμενο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν διαθέτει το ίδιο επιστημονικό βάθος, τη μεθοδολογική κατάρτιση, την άνεση και τη σχέση με το αντικείμενο που διαθέτει κάποιος ο οποίος το έχει σπουδάσει ως βασικό επιστημονικό πεδίο.
Οι στρεβλώσεις στην πράξη
Η συμπλήρωση του ωραρίου μέσω Β΄ ανάθεσης μπορεί να οδηγήσει έναν εκπαιδευτικό στην ανάληψη μαθήματος που βρίσκεται έξω από τον βασικό κορμό της ειδικότητάς του. Αυτό μπορεί να περιορίσει το επιστημονικό βάθος με το οποίο προσεγγίζεται το αντικείμενο.
Παράλληλα, όταν πολλές διαφορετικές ειδικότητες μπορούν να διδάξουν το ίδιο μάθημα, οι μαθητές ενδέχεται να συναντούν διαφορετικές προσεγγίσεις και να αποκτούν διαφορετική εκπαιδευτική εμπειρία ανάλογα με το σχολείο και το διαθέσιμο προσωπικό.
Η προτεραιότητα στη διοικητική κάλυψη των ωρών μπορεί επίσης να μετακινήσει σε δεύτερο επίπεδο το παιδαγωγικό κριτήριο, ενώ η απουσία εκπαιδευτικού Α΄ ανάθεσης είναι δυνατόν να καλυφθεί εσωτερικά χωρίς να αποτυπώνεται πλέον με τον ίδιο τρόπο ως πραγματική ανάγκη στελέχωσης.
Την ίδια στιγμή, ένας εκπαιδευτικός που αναλαμβάνει πολλά διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα χρειάζεται περισσότερο χρόνο προετοιμασίας, γεγονός που δυσκολεύει την εμβάθυνση και την ποιοτική προετοιμασία για κάθε μάθημα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πρακτική μπορεί να διαφοροποιείται σημαντικά από σχολείο σε σχολείο, ανάλογα με τις ειδικότητες που είναι διαθέσιμες, δημιουργώντας διαφορετικές συνθήκες διδασκαλίας για τους μαθητές.
Το «κρυμμένο κενό»
Μία από τις σημαντικότερες διαστάσεις του ζητήματος αφορά τα λεγόμενα «κρυμμένα κενά».
Όταν οι ώρες ενός μαθήματος καλύπτονται μέσω Β΄ ή Γ΄ ανάθεσης, το ωρολόγιο πρόγραμμα μπορεί διοικητικά να εμφανίζεται πλήρες. Η κάλυψη των ωρών, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει εξαφανιστεί η ανάγκη για εκπαιδευτικό της βασικής ειδικότητας.
Η εσωτερική ανακατανομή του υπάρχοντος προσωπικού μπορεί να έχει καλύψει το κενό στο πρόγραμμα χωρίς η αρχική ανάγκη να αποτυπώνεται πλέον ως κενή θέση ή ως ακάλυπτες ώρες.
Έτσι, ένα σχολείο μπορεί να εμφανίζεται λογιστικά «τακτοποιημένο», χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι και παιδαγωγικά στελεχωμένο με τον καταλληλότερο τρόπο.
Η αξία της επιστημονικής ειδίκευσης
Για τον μαθητή, η παρουσία ενός εκπαιδευτικού στην αίθουσα δεν αποτελεί από μόνη της το μοναδικό κριτήριο για να θεωρηθεί ένα μάθημα ουσιαστικά καλυμμένο.
Η κατοχή γενικών γνώσεων ενός αντικειμένου διαφέρει από τη δυνατότητα να απαντηθεί μια δύσκολη ερώτηση, να εξηγηθεί μια επιστημονική διαφωνία, να εντοπιστεί μια λανθασμένη αντίληψη ή να συνδεθεί η σχολική γνώση με το βαθύτερο επιστημονικό της υπόβαθρο.
Σε αυτό το επίπεδο αναδεικνύεται η αξία της ειδικότητας.
Από την άλλη πλευρά, ένα απολύτως στεγανό σύστημα αναθέσεων θα δημιουργούσε επίσης δυσκολίες. Τα επιστημονικά πεδία επικαλύπτονται, ενώ οι πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των σχολείων απαιτούν έναν βαθμό ευελιξίας.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται επομένως στην προτεραιότητα που δίνεται κάθε φορά: πρώτα στην παιδαγωγική και επιστημονική καταλληλότητα και στη συνέχεια στη διοικητική διευθέτηση των ωρών.
Δίχτυ ασφαλείας, όχι μόνιμη λύση
Οι αναθέσεις μπορούν να λειτουργούν ως δίχτυ ασφαλείας όταν ένα σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπο με πραγματικές δυσκολίες στελέχωσης. Όταν όμως μετατρέπονται σε μόνιμη μέθοδο διαχείρισης των ελλείψεων, το βάρος μεταφέρεται από τη διοίκηση της σχολικής μονάδας στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία.
Η επιτυχία ενός σχολείου δεν εξαντλείται στο εάν κατάφερε να καταρτίσει ένα πλήρες ωρολόγιο πρόγραμμα.
Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει ποιος βρίσκεται απέναντι από τον μαθητή όταν ξεκινά το μάθημα και ποια σχέση έχει με το γνωστικό αντικείμενο που καλείται να διδάξει.
Γιατί ανάμεσα στην κάλυψη μιας διδακτικής ώρας και στην ουσιαστική διδασκαλία της υπάρχει μια διαφορά που κανένα Excel κατανομής ωρών δεν μπορεί να αποτυπώσει.




