Έντονο προβληματισμό για τον τρόπο βαθμολόγησης του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στις Πανελλαδικές Εξετάσεις εκφράζει ο Γεώργιος Αντωνάκης, ο οποίος εισήχθη πρώτος στο Τμήμα Εφαρμοσμένων Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο με 17.900 μόρια.
Με αφορμή την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής, ο ίδιος καταθέτει δημόσια την εμπειρία και τους προβληματισμούς του σχετικά με τη βαθμολόγηση της Έκθεσης, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για το μάθημα στο οποίο παρατηρούνται οι μεγαλύτερες αποκλίσεις και η μεγαλύτερη υποκειμενικότητα στο σύστημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων.
Οι μεγάλες αποκλίσεις στη βαθμολόγηση
Όπως επισημαίνει, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο μαθητές με παρόμοια επίπεδα επίδοσης να λαμβάνουν σημαντικά διαφορετικές βαθμολογίες στο συγκεκριμένο μάθημα.
Αναφέρει χαρακτηριστικά την περίπτωση δύο συμμαθητών του, οι οποίοι καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς είχαν σχεδόν ταυτόσημες επιδόσεις στην Έκθεση, αλλά στις Πανελλαδικές εξετάσεις βαθμολογήθηκαν με 14,8 και 17,7 αντίστοιχα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιες διαφορές μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την τελική μοριοδότηση και συνεπώς την εισαγωγή σε πανεπιστημιακά τμήματα υψηλής ζήτησης.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι κάθε χρόνο καταγράφονται σημαντικές αποκλίσεις ακόμη και μεταξύ των δύο βαθμολογητών του ίδιου γραπτού, γεγονός που, κατά την άποψή του, αποτυπώνει τις δυσκολίες διασφάλισης ενιαίων κριτηρίων αξιολόγησης.
Η προσωπική εμπειρία
Ο Γεώργιος Αντωνάκης αναφέρει ότι βίωσε και ο ίδιος παρόμοια εμπειρία κατά τη συμμετοχή του στις Πανελλαδικές.
Όπως σημειώνει, παρά τις θετικές εκτιμήσεις των εκπαιδευτικών του για την απόδοσή του στο μάθημα, η τελική βαθμολογία που έλαβε ήταν 13.
Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η δημόσια παρέμβασή του δεν συνδέεται με προσωπική δυσαρέσκεια, καθώς πέτυχε την εισαγωγή του ως πρώτος στο τμήμα επιλογής του, αλλά με την ανάγκη, όπως υποστηρίζει, να αναδειχθεί ένα πρόβλημα που επηρεάζει διαχρονικά χιλιάδες υποψηφίους.
Πρόταση για αλλαγές στο σύστημα
Στο κείμενό του ζητά ουσιαστική αναμόρφωση του τρόπου εξέτασης και βαθμολόγησης της Έκθεσης, με στόχο την ενίσχυση της αντικειμενικότητας.
Υποστηρίζει ότι, εφόσον δεν μπορεί να διασφαλιστεί επαρκώς η αντικειμενική αξιολόγηση λόγω της φύσης του μαθήματος, θα πρέπει να επανεξεταστεί ακόμη και ο ρόλος του ως πανελλαδικώς εξεταζόμενου μαθήματος.
Όπως αναφέρει, η συγκεκριμένη άποψη δεν εκφράζει μόνο μεμονωμένους μαθητές, αλλά αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μεταξύ υποψηφίων, γονέων και εκπαιδευτικών.
Η συζήτηση για τον ρόλο της Έκθεσης στις Πανελλαδικές
Αναφερόμενος στον συνηθισμένο αντίλογο ότι η Έκθεση αποτελεί βασικό μάθημα για την αξιολόγηση της γλωσσικής επάρκειας των μαθητών, ο πρωτεύσας φοιτητής υποστηρίζει ότι η σημερινή μορφή της εξέτασης δεν αξιολογεί αποκλειστικά τη γνώση της ελληνικής γλώσσας.
Κατά την άποψή του, αξιολογείται σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα ανάπτυξης επιχειρημάτων και έκφρασης απόψεων υπό συνθήκες έντονης χρονικής πίεσης, στοιχείο που ενδέχεται να ενισχύει τον παράγοντα της υποκειμενικότητας.
Παράλληλα, τονίζει ότι οι Πανελλαδικές Εξετάσεις αποτελούν έναν διαγωνισμό υψηλού ανταγωνισμού, στον οποίο η αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο σε αντικειμενικά και κοινά αποδεκτά κριτήρια.
Ένα διαχρονικό ζήτημα
Η συζήτηση γύρω από τη βαθμολόγηση της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας δεν είναι καινούργια. Κάθε χρόνο, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών, επανέρχονται προβληματισμοί σχετικά με τις αποκλίσεις στη βαθμολόγηση και τον βαθμό αντικειμενικότητας του μαθήματος.
Η παρέμβαση του Γεώργιου Αντωνάκη επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για πιθανές αλλαγές στο εξεταστικό σύστημα και στον τρόπο αξιολόγησης των γραπτών της Έκθεσης.




